Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Για το Παρίσι



του Κωνσταντίνου Α. Λιαπάτη

Στην προκήρυξή τους οι ισλαμιστές αναφέρουν ότι η Γαλλία είναι κύριος στόχος της οργάνωσης. Ο στόχος είναι το Παρίσι και η Γαλλία του Διαφωτισμού και φυσικά το κοσμικό κράτος που αναδύθηκε από αυτή.


Τα σπάνια κοσμικά κράτη που υπήρχαν στον αραβικό κόσμο έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί και μέχρι να ξαναεμφανισθούν αμέτρητοι άνθρωποι θα σκοτώνουν αμέτρητους άλλους και στους ορίζοντες θα αντηχεί το "αλλλαχου ακμπάρ", εξίσου κτηνώδες με κάθε ανάλογο σύνθημα των χριστιανών που αντηχούσε κατά τις αμέτρητες δικές τους θηριωδίες από τον 4ο έως τον 18ο αιώνα.
 
Οι ισλαμιστές λένε χαρακτηριστικά στην προκήρυξή τους ότι επιτέθηκαν "στο Μπατακλάν στο οποίο εκατοντάδες ειδωλολάτρες βρίσκονταν όλοι μαζί σε μια γιορτή διαστροφής".


Βλέπω πολλούς να γράφουν #‎PrayforParis αλλά πόσο ειρωνικό είναι να χρησιμοποιείς μία θρησκευτική έννοια, όταν υπεύθυνη για το κακό είναι η ίδια η θρησκεία. Πόσο ειρωνικό να επικαλείσαι μία θρησκευτική τελετουργία για να δείξεις ότι στέκεσαι δίπλα σε αυτόν που πονάει, όταν ο αβάσταχτος αυτός πόνος έχει προκληθεί στο όνομα της θρησκείας. Πόσο ειρωνικό είναι να εύχεσαι με χριστιανικό τυπικό για το καλό κάποιου που ή έχει άλλη θρησκεία ή είναι άθεος (μην ξεχνάμε την ξευτίλα του Καμμένου και των παρ αυτώ χριστιανών στη Σαλαμίνα όπου τέλεσαν τρισάγιο στους εθνικούς στη θρησκεία πεσόντες Σαλαμινομάχους).


Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η Γαλλία είναι επίσημα από το 1905 κοσμικό κράτος, ουδέτερο απέναντι σε θρησκείες και κατεξοχήν ''άθεο''. Ο μεσαίωνας επελαύνει. Μην τον αφήσετε να επικρατήσει.


Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Κορνήλιος Καστοριάδης: Οι ρίζες του μίσους


Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο  και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δυο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτήδιάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία «διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.

Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους «εποικοδομητικούς»κοινωνικούς σκοπούς – την εκμετάλλευση της φύσης, τον συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις«ειρηνικές» αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κτλ). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της «διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολο τους.

Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων – δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η «αιτία» του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του πόλεμοι».
Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού, Η φράση του Αντρέ Μαλρό «είθε η νίκη σε αυτό τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν» εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δεν θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δεν βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητα τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένη, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.

Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών που τόσο επίπονα περιέβαλε στον δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους,

Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό· το καλό είναι οι κανόνες μας· οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους· άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί. Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός· η αλήθεια είναι ο θεός μας· ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους· άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.

Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους ούτε ανώτερους αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μίας κοινωνίας με άλλες συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.

Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δεν συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μία τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματική στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;

Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ωστόσο, δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτή την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες «ανεπτυγμένες» και «δημοκρατικές».

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν τον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να «εξηγήσουμε» γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση, και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική «εξήγηση».

Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά τις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση για λόγους ταύτισης γύρω από τη «θρησκεία», το «έθνος» ή τη «ράτσα» και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιο­ποίηση των παραδοσιακών ση­μείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.

Μία τελευταία παρατήρηση που αφορά ον ρατσισμό. Το κύριο και καθοριστικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι η «απαραίτητη μη μετατρεψιμότητα» του άλλου. Ο θρησκευτικά μισαλλόδοξος δέχεται με χαρά τον προσηλυτισμό των απίστων ο «λογικά» εθνικιστής χαίρεται όταν ξένα εδάφη προσαρτώνται στη χώρα του και οι κάτοικοι τους «αφομοιώνονται» Δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση του ρατσιστή. Οι γερμανοί εβραίοι θα ήθελαν να παραμείνουν πολίτες του Τρίτου Ράιχ· αλλά οι ναζιστές ούτε να το ακούσουν.
Ακριβώς γιατί στην περίπτωση του ρατσισμού το αντικείμενο του μίσους πρέπει να είναι «μη μετατρέψιμο». Γι” αυτό ο ρατσιστής επικαλείται ή εφευρίσκει δήθεν φυσικά (βιολογικά), άρα μη μετατρέψιμα, χαρακτηριστικά του αντικειμένου του μίσους του: το χρώμα του δέρματος του, τα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου του. Τέλος, θα ήταν απολύτως δικαιολογημένο να συνδέσουμε αυτή την ακραία μορφή του μίσους προς τον άλλο με το πιο σκοτεινό, πιο άγνωστο και πιο συγκρατημένο είδος μίσους: το μίσος προς τον εαυτό μας.
 
Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

1936 -1939: Tο διαχρονικό καλοκαίρι της Αναρχίας




«Εμείς είμαστε αυτοί που θα κληρονομήσουν την γη. Αμφιβολία δεν υπάρχει . Η μπουρζουαζία θα τιναχτεί στον αέρα και θα εγκαταλείψει το βάθρο της ιστορίας. Τα ερείπια δεν τα φοβόμαστε εμείς που είμαστε οι οικοδόμοι των σπιτιών. Θα τα φτιάξουμε όλα πάλι από την αρχή. Αυτόν τον νέο κόσμο κρύβουμε μέσα στη καρδιά μας»

Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Ακριβώς έτσι...


Όψιμοι αντιστασιακοί




Της Βίκυς Μανουσαρίδη



Ο αγαπημένος μου Μαστρο-Ντίνος (ας είναι δυνατή και αναπαυμένη η ψυχούλα του όπου είναι) δεδομένου ενός περιστατικού, μου είχε πει: “Να φοβάσαι και να σιχαίνεσαι τους ΟΨΙΜΟΥΣ επαναστάτες και αριστερούς.”



Σήμερα κατάλαβα πόσο δίκιο είχε. Γιατί σήμερα, βλέπω ένα σωρό 50άριδες και βάλε, που απήλαυσαν όσα “προνόμια” μπορούσε να παρέχει το σαθρό σύστημα, που κάθονταν στους καναπέδες τους παρακολουθώντας τις “ταραχές” από τα video-wall τους όταν εγώ -εργοδότης ούσα- εισέπνεαν το χημικό με τα κυβικά για τη ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ συλλογική σύμβαση, που δεν έκαναν μια μέρα απεργία γιατί είχαν τη δόση του i-phone στο τέλος του μήνα, ενώ έκλεινα το μαγαζί μου απεργώντας και κατεβαίνοντας σε κινητοποιήσεις για να μην ψηφιστεί το πολύ-νομοσχέδιο, όταν ψήφιζαν ενοχικά τα κόμματα που εναλλάσσονταν στην εξουσία μπας και γλύψουν κανένα κοκαλάκι και με μέμφονταν ως αντιδραστική και αριστερή που δεν στήριζα τις προσπάθειες των τότε κυβερνήσεων για εθνική σωτηρία!!!!! 



Σήμερα ζητάνε ρήξη, έξω από την Ε.Ε., σταυρώνουν το σημερινό πρωθυπουργό (που σημειωτέων δεν τον υπερασπίζομαι) για κακό χειρισμό και ξεπούλημα, όμως δεν αντέδρασαν σε όλα τα προηγούμενα ξεπουλήματα και συνεχίζουν να ψωνίζουν από γερμανική αλυσίδα σούπερ μάρκετ και φυσικά δεν έχουν ιδέα πως πιάνει κανείς στο χέρι του ένα φτυάρι ή ένα μυστρί.... 


Σήμερα βλέπω όλους αυτούς που σαν και εμένα υπήρξαν καλολαδωμένα γραναζάκια στο σύστημα σύνθλιψης ανθρώπων και που δεν τους χάλαγε καθόλου για δεκαετίες, να το παίζουν σήμερα αντιστασιακοί των οπισθίων....


Ε, ναι! φοβάμαι και σιχαίνομαι και μέμφομαι όλους αυτούς που κληροδοτούν στα παιδιά τους ένα κόσμο -δεν έχω και δεν θα αποκτήσω ποτέ μου παιδιά-, εναν κόσμο που ντρέπομαι και φοβάμαι να τον αφήσω στα παιδιά τους.

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Τα Όνειρα, μας κρατάνε ξύπνιους



Του Παναγιώτη Τσιναρέλη, (Tsinia Takis)


Δεν ήθελα να ποστάρω τίποτα για να αποφύγω τις κακολογίες του τύπου "τι λέει αυτός, μια χαρά βολεύτηκε εκεί πέρα, και μιλάει τώρα για επανάσταση" και διαφορά τέτοια που λένε αυτοί που ζούσαν πάντα μια ζωή στρωμένη, και δεν έκαναν ποτέ τίποτα από μόνοι τους για κάτι καλύτερο, να χτίσουν μια αξιοπρεπή ζωή για τον εαυτό τους, και νομίζουν ότι έχουν το δικαίωμα να κρίνουν και να κατακρίνουν υποστηρίζοντας ασυνείδητα η συνειδητά μια σαπίλα που τους προσφέρει μόνο λίγο περισσότερο χαρτί στην τσέπη, και μια ζωή πλαστική, χωρίς ίχνος ανθρωπιάς, σεβασμού και αξιοπρέπειας!

Άφησα τον τόπο μου, φίλους και οικογένεια, όχι για χλιδή η για το χρήμα αλλά για να ανοίξω τα φτερά, που μου κράταγε κλειστά η νοοτροπία του ελληναρά και να πραγματοποιήσω όνειρα που δεν θα μπορούσα να πραγματοποιήσω στον ίδιο μου τον τόπο! Έμαθα όμως πάνω απ’ όλα να είμαι άνθρωπος και λάτρης της αγάπης της ενότητας και της δικαιοσύνης! Ο καθένας ας πιστεύει ότι του αρέσει αλλά η κατάσταση που επικρατεί στον τόπο μου σχεδόν με εξοργίζει! Ξυπνάτε μην υποστηρίζετε αυτήν την σαπίλα δεν τους συμφέρει να φύγουμε από την Ευρώπη! Όλο αυτό γίνεται γιατί θέλουν να κρατήσουν όρθιο ένα σύστημα το οποίο είναι έτοιμο να γκρεμιστεί! Έχει ήδη αρχίσει να γκρεμίζεται, και ο θόρυβος ακούγεται σε όλη την Ευρώπη που έχει πάρει το μέρος μας και όχι μόνο! Μην στήσετε κ… για τα πολύχρωμα χαρτονομίσματα που δεν τα έχετε καν, και αν τα πάρετε ποτέ θα σας τα πάρουν πίσω αυτοί που υποστηρίζετε τώρα! Μην πάρετε στους ώμους σας τα όνειρα των παιδιών σας, των εγγονών σας και του συνανθρώπων σας!

Δεν είμαστε τριτοκοσμική χώρα, είμαστε λαός με @@ και αξιοπρέπεια και δεν μας αξίζει κανένα είδους μέτρο που θέλει να μας βάλει ο κάθε κομπλεξικός και ο κάθε φασίστας! Παλεύουμε για την ζωή μας χωρίς να γλύψουμε τον κ… κανενός, έτσι ήταν, είναι και έτσι πρέπει να είναι! Κλείστε τις τηλεοράσεις, βγείτε έξω, μιλήστε μεταξύ σας, ενωθείτε και παλέψτε για αυτό που αξίζει σε όλους μας!

Και εγώ θα ήθελα Ευρώπη, την ζω 2 χρόνια τώρα και έχει πολλά θετικά άλλα όχι στην απάνθρωπη Ευρώπη που έχουμε τώρα, και σίγουρα ΟΧΙ στην "Ευρώπη" που σας προσφέρουν εσάς, που δεν έχει καμία μα καμία σχέση με αυτό που ζω εγώ εδώ. Και λέω εσάς και όχι εμάς, γιατί εγώ δυστυχώς είμαι στην πιο καπιταλιστική χώρα της Ευρώπης, προσπαθώντας να την εκμεταλλευτώ για να φέρω εις πέρας τα όνειρα μου, και πιο πολύ δυστυχώς γιατί δεν είμαι εκεί να ψηφίσω και εγώ και να παλέψω μαζί σας.


Καλή τύχη σε όλους καλά αποτελέσματα, γερά μυαλά και υπομονή, μακάρι τα αποτελέσματα να είναι τέτοια έτσι ώστε να γυρίσουμε και εμείς οι ξενιτεμένοι στον τόπο μας!


Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος



2 Δεκεμβρίου 1792

«…Έγραψαν περισσότερες λόγιες πραγματείες για το εμπόριο του σιταριού παρά για τη διατροφή, για τη συντήρηση του λαού. Έδωσαν μεγάλη σημασία στα κέρδη των μεγαλεμπόρων και των γαιοκτημόνων, αλλά δεν υπολόγισαν σχεδόν καθόλου τη ζωή των ανθρώπων…Το πρώτο δικαίωμα είναι το δικαίωμα στην ύπαρξη. Ο πρώτος κοινωνικός νόμος, επομένως, είναι εκείνος που εγγυάται σε όλα τα μέλη της κοινωνίας τα μέσα για να ζήσουν. Όλοι οι άλλοι νόμοι υποτάσσονται σε αυτόν.»


Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Λουϊζ Μισέλ




Λουϊζ Μισέλ (Louise Michel, Vroncourt, 29 Μαϊου 1830 – Marseille, 9 Ιανουαρίου 1905). Γαλλίδα συγγραφέας και ποιήτρια, δασκάλα, σοσιαλίστρια και αναρχική πολιτική οργανώτρια, πρωταγωνίστρια της Παρισινής Κομμούνας του 1871, γνωστή ως «Κόκκινη Παρθένα της Μονμάρτης» («Vierge Rouge de Montmartre»).

ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ



Γεννήθηκε στο Bρονκούρ (Château de Vroncourt) του Ωτ Μαρν (HauteMarne), νόθα θυγατέρα του εύπορου νεαρού Laurent Demahis με την υπηρέτριά του Marianne Michel, αλλά ανατράφηκε με μεγάλη αγάπη, ιδίως από τους γονείς του πατέρα της, σαν να ήταν τέκνο νόμιμου γάμου. Την πρώτη ανατροφή και εκπαίδευσή της ανέλαβε προσωπικά ο παππούς της, που ήταν ορθολογιστής και στα νιάτα του είχε συμμετάσχει ως «Ιακωβίνος» στην Γαλλική Επανάσταση.


Όταν κατά την εφηβεία της πέθαναν και οι δύο γονείς του πατέρα της, η Λουϊζ στάλθηκε στο Chaumont, σε ένα ειδικό σχολείο για να γίνει δασκάλα και όταν τελείωσε τοποθετήθηκε στο Audeloncourt κοντά στο Vroncourt, παίρνοντας μαζί της την μητέρα της. Όσοι την γνώρισαν, μαρτυρούν ότι η στενότερη σχέση που ανέπτυξε στην ζωή της η Λουϊζ ήταν με την μητέρα της. Οι διδακτικές της μέθοδοι στο Audeloncourt δυσαρέστησαν κάποιους γονείς που έβλεπαν με δυσπιστία τις συνεχείς εκδρομές στην φύση ή το τραγούδι της «Μασσαλιώτιδας» που δίδασκε στα παιδιά, με αποτέλεσμα μετά από λίγο, τον Οκτώβριο του 1855, να υποχρεωθεί να μετακινηθεί σε ένα σχολείο θηλέων στο Millières, όπου έμεινε και δίδαξε επί ενάμιση περίπου χρόνιο.  


Όντας κριτικό και ανήσυχο πνεύμα, είχε στραφεί εξαρχής στις δημοκρατικές ιδέες και τον σοσιαλισμό και τελικά το 1856 εγκατέλειψε την συντηρητική επαρχία για να εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι, όπου τα μεγαλύτερα πλήθη υπόσχονταν συναρπαστικές στιγμές στους επαναστάτες της εποχής. Η ίδια περιέγραψε τον παλμό εκείνων των χρόνων στο βιβλίο της «Αναμνήσεις» («Memoires») με τα ακόλουθα λόγια: «Οι άνθρωποι ήθελαν να τα αγκαλιάσουν όλα μεμιάς, τις τέχνες, τις επιστήμες, την λογοτεχνία, τις ανακαλύψεις. Η ζωή έβραζε και όλοι βιάζονταν να ξεφύγουν από τον παλαιό κόσμο». 

ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΡΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ



Ασχολήθηκε με το γράψιμο και στις 27 Ιανουαρίου 1862 έγινε γραμματέας της παρισινής «Ένωσης των Ποιητών» («LUnion des poètes»), ενώ αρκετά από τα λογοτεχνικά της κείμενα τα υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Ενζωλοράς» («Enjolras»), όπως ονομαζόταν στους «Άθλιους» του Ουγκώ ο φοιτητής ηγέτης των επαναστατών του 1832 που εκτελέστηκε στα οδοφράγματα του Παρισιού. Τον επιούσιο τον κέρδιζε αρκετά άνετα, εργαζόμενη ως δασκάλα. Όμως, επειδή αρνήθηκε να δώσει τον απαιτούμενο όρκο πίστης στον αυτοκράτορα και την Εκκλησία, τιμωρήθηκε με αποκλεισμό από την δημόσια εκπαίδευση και έτσι υποχρεώθηκε να ιδρύσει το 1865 δικό της ιδιωτικό σχολείο στην περιοχή της Μονμάρτης.     

Γράφτηκε στην πολιτική Λέσχη «Η πατρίδα σε κίνδυνο» («La Patrie en dager»), που αποσκοπούσε στο να εξασφαλίσει την σωτηρία των λαϊκών τάξεων απέναντι στους εισβολείς Γερμανούς, το 1869 ηγήθηκε του συλλόγου αλληλοβοήθειας των εργατριών του Παρισιού και την επόμενη χρονιά πρωτοστάτησε στην «Επιτροπή Επαγρύπνησης των Δημοκρατικών Γυναικών» («Le Comité de Vigilance des Citoyennes») στο διαμέρισμα της Μονμάρτης, από όπου και πήρε το προσωνύμιο της «Κόκκινης Παρθένας της Μονμάρτης».

Στις 12 Ιανουαρίου 1870 ήταν ανάμεσα στους 100.000 διαδηλωτές που συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία τον δημοσιογράφο Βίκτορα Νουάρ (Victor Noir, 1848 – 1870) και συμμετείχε στην ανεπιτυχή απόπειρα των «μπλανκιστών» να εκτρέψουν την κηδεία σε εξέγερση. Στις 15 Αυγούστου συμμετείχε στην διαδήλωση για την απελευθέρωση των μπλανκιστών Eudes και Brideau, που είχαν συλληφθεί για την απόπειρα εξέγερσης στην εργατική συνοικία Belleville και είχαν καταδικαστεί σε θάνατο, από δε την έναρξη της πολιορκίας του Παρισιού από τους Πρώσους το φθινόπωρο του 1870, αγωνίστηκε πολύ με την βοήθεια του φίλου της Κλεμασώ (Georges Clemenceau), τότε δημάρχου Μονμάρτης, για να κρατήσει ανοικτό το σχολείο της και να σιτίσει τους μαθητές της.






ΣΤΕΛΕΧΟΣ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ


Το ηρωϊκό δίμηνο Απριλίου – Μαϊου 1871 συμμετείχε ενεργά στην Κεντρική Επιτροπή της Παρισινής Κομμούνας όπου εκπροσώπησε τις οργανώσεις των γυναικών, οργάνωσε την «Ένωση των Γυναικών για την Άμυνα του Παρισιού», ντύθηκε την στολή της Εθνοφρουράς, ορκίστηκε να σκοτώσει τον Αδόλφο Θιέρσιο (Louis – Adolphe Thiers, 1797 – 1877) και πολέμησε μαζί με τον 25χρονο σύντροφό της Θεόφιλο Φερρέ (Théophile Ferré, 1846 – 1871) στα τελευταία οδοφράγματα κοντά στο νεκροταφείο της Μονμάρτης, προτού συλληφθούν και κλειστούν στις φυλακές. Η Λουϊζ είχε κατορθώσει αρχικά να διαφύγει, παραδόθηκε όμως στις 24 Μαϊου, όταν οι δυνάμεις της καταστολής των «Βερσαλιέζων» συνέλαβαν την μητέρα της και απειλούσαν να την τουφεκίσουν. Φυλακίστηκε στις φυλακές «Satory».


Μετά από λίγους μήνες ο Φερρέ καταδικάστηκε σε θάνατο, αποχαιρέτησε τους δικαστές με τα λόγια «έζησα ελεύθερος και επιθυμώ επίσης ελεύθερος να πεθάνω» και εκτελέστηκε στις 22 Νοεμβρίου του 1871. Η Λουϊζ του αφιέρωσε το συγκινητικό ποίημα «Το κόκκινο γαρύφαλλο» («Loeillet rouge»). Η ίδια δικάστηκε στο 6ο Πολεμικό Στρατοδικείο στις 16 Δεκεμβρίου 1871 με τις κατηγορίες της ένοπλης στάσης, της προτροπής των πολιτών σε τέλεση 


κακουργημάτων, της πλαστογραφίας και της συνομωσίας για θανάτωση ομήρων.
Απέναντι στους δικαστές η Λουϊζ στάθηκε άφοβη, αγέρωχη και ασυμβίβαστη και τους προκάλεσε ανοικτά να την καταδικάσουν σε θάνατο: «έπραξα αυτό που ήμουν υποχρεωμένη να πράξω, δηλαδή το επαναστατικό μου καθήκον, χωρίς μίσος, χωρίς οργή, χωρίς οίκτο, ούτε για τους άλλους ούτε καν για τον εαυτό μου… δεν υπερασπίζομαι τον εαυτό μου και ούτε επιθυμώ να με υπερασπιστεί άλλος. Ανήκω ολοκληρωτικά στην κοινωνική επανάσταση και εφόσον κάθε καρδιά που πάλλεται για την ελευθερία δεν έχει κανένα άλλο δικαίωμα πέρα από ένα βόλι από μολύβι, εγώ απαιτώ το μερίδιό μου. Εάν με αφήσετε να ζήσω, δεν θα πάψω ποτέ να φωνάζω για εκδίκηση και κάποτε θα κατορθώσω να την πάρω. Αυτά μόνο είχα να πω. Τώρα, εάν δεν είστε δειλοί, μπορείτε να με σκοτώσετε».

Έχοντας καταδικαστεί σε ισόβια εξορία, έμεινε επί 20 μήνες φυλακισμένη στις φυλακές «Auberive» του Ωτ Μαρν. Ο Βίκτωρ Ουγκώ (Victor Hugo) της αφιέρωσε τον ίδιο Δεκέμβριο το ποίημά του «Viro Major», ενώ από την άλλη οι καθεστωτικές εφημερίδες της εποχής την περιέγραφαν ως «κόκκινη λύκαινα» («la louve rouge») και αιμοσταγές τέρας.


 

ΕΞΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΚΑΛΥΔΩΝΙΑ



Στις 8 Αυγούστου 1873 φορτώθηκε αλυσοδεμένη στο πλοίο «Virginie» με προορισμό την Νέα Καλυδωνία (Nouvelle Calédonie) του Ειρηνικού, στης οποίας την φυλακή «Numbo» έφτασε μετά από ένα σκληρό ταξίδι τεσσάρων μηνών, στην διάρκεια του οποίου έγινε στενή φίλη των συγκρατουμένων της «κομμουνάρων» Ανρί Ροσφόρ (Victor Henri Rochefort, 1831 – 1913, δημοκρατικού μαρκήσιου, εκδότη και δημοσιογράφου της απαγορευμένης εφημερίδας «La Marseillaise») και Ναταλί Λεμέλ (Nathalie Lemel, 1826 – 1921, φεμινίστρια και στέλεχος της Πρώτης Διεθνούς, η οποία μύησε την Λουϊζ στον Αναρχισμό). Έμεινε στην εξορία 7 σχεδόν χρόνια και δημιούργησε και εκεί προβλήματα στους κρατούντες, όταν η μοναδική μέσα σε όλους τους εξόριστους όχι μόνο πήρε το 1878 θέση υπέρ των εξεγερμένων αυτοχθόνων Κανάκ (Kanak), αλλά επιπλέον είχε προσπαθήσει ήδη από τον Μαϊο του 1875 να τους μορφώσει και να τους δημιουργήσει πολιτική θεωρία.



 

ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 

Η Λουϊζ επέστρεψε στο Παρίσι στις 9 Νοεμβρίου 1880 μετά από πολιτική αμνηστία που χορηγήθηκε για όλους όσους ακόμα εξέτιαν ποινές που είχαν να κάνουν με την «Κομμούνα» και την υποδέχθηκε πανηγυρικά ένα απέραντο πλήθος 10.000 ομοϊδεατών της στον σταθμό St Lazare. Έχοντας πλέον ασπαστεί τον Αναρχισμό, μίλησε σε ένα εξίσου μεγάλο πλήθος σοσιαλιστών και αναρχικών στις 21 Νοεμβρίου και τους επόμενους μήνες αύξησε την επαναστατική της δραστηριότητα, την αρθρογραφία της και τις ομιλίες της σε δημόσιες συγκεντρώσεις.


Πενηντάχρονη πια, αποχαιρέτισε τον Ιανουάριο του 1881 τον μεγάλο επαναστάτη Ωγκίστ Μπλανκί (Louis Auguste Blanqui, 1805 – 1881), εκφωνώντας στην κηδεία του έναν συγκινητικό επικήδειο και καθιέρωσε έκτοτε να ορκίζεται στο όνομά του κάθε φορά που την έσερναν, ως κατηγορούμενη, στα δικαστήρια. Τον Ιούλιο του 1881 εκπροσώπησε το γαλλικό αναρχικό κίνημα στο διεθνές συνέδριο του Λονδίνου («London International Social Revolutionary Congress»), στο οποίο υιοθετήθηκε η λεγόμενη «έμπρακτη προπαγάνδα» («propaganda by deed», «propagande par le fait», «propaganda durch die Tat») ως μέσο προετοιμασίας της κοινωνικής Επανάστασης.


Τον Ιανουάριο του 1882, σε συγκέντρωση για την πρώτη επέτειο του θανάτου του Μπλανκί, συνελήφθη για μία ακόμη φορά με την κατηγορία της περιϋβρισης αρχής και έμεινε στην φυλακή επί 2 εβδομάδες, ενώ παρουσιάζεται από πολλούς να έχει καθιερώσει στις 9 Μαρτίου 1883 στο Παρίσι την μαύρη σημαία των αναρχικών, όταν, κρατώντας μία τέτοια στα χέρια της, ηγήθηκε μαζί με τον μόλις 22χρονο τότε Αιμίλιο Πουζέ (Εmile Pouget, 1860 – 1931) ενός πλήθους εξαγριωμένων ανέργων, μερικοί από τους οποίους άρπαξαν ψωμιά από τρεις φούρνους της πόλης. Σύμφωνα με άλλες αναφορές, η ίδια είχε υψώσει ξανά την μαύρη σημαία και παλαιότερα, πριν από 12 χρόνια, κατά την διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας, τότε όμως με χιαστί οστά και νεκροκεφαλή, η Ιστορία όμως πρωτοεμφανίζει την ύψωση μαύρης σημαίας με πολιτικό – επαναστατικό νόημα νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1865, στο «Διεθνές Φοιτητικό Συνέδριο» της Λιέγης (Liége), από τους Γάλλους μπλανκιστές. Ως καθοδηγήτρια πάντως εκείνων που λεηλάτησαν τους παρισινούς φούρνους συνελήφθη μετά από αναζήτηση τριών εβδομάδων και καταδικάστηκε σε κάθειρξη 6 ετών.

Έμεινε στην φυλακή μέχρι τον Ιανουάριο του 1886, οπότε και αποφυλακίστηκε μαζί με άλλα στελέχη του αναρχικού χώρου (Κροπότκιν, Μπορντά, Πουζέ, κ.ά.), έπειτα από χορήγηση πολιτικής αμνηστίας από τον πρόεδρο Grevy, ενώ στα τέλη του ιδίου έτους ο ποιητής Πωλ Βερλαίν (PaulMarie Verlaine, 1844 – 1896) της αφιέρωσε το ποίημά του «Μπαλάντα προς τιμήν της Λουϊζ Μισέλ» («Ballade en lhonneur de Louise Michel»). Όμως ο θάνατος της μητέρας της την προηγούμενη χρονιά (στις 3 Ιανουαρίου 1885) που της είχε προξενήσει κατάθλιψη, συν την πολυδιάσπαση του σοσιαλιστικού κινήματος είχαν κλονίσει αρκετά το φρόνημά της.

 

«ΗΘΙΚΗ ΑΥΤΟΥΡΓΟΣ»

 

Aκολούθησε νέα σύλληψη και φυλάκισή της με αφορμή την άγρια απεργία στην Decazeville του Αβεϋρόν (Aveyron), κατά την οποία οι εκεί ανθρακωρύχοι είχαν στις 26 Ιανουαρίου 1886 κακοποιήσει και εκπαραθυρώσει τον εκπρόσωπο της εργοδοσίας μηχανικό Jules Watrin. Οκτώ άντρες απεργοί και δύο γυναίκες είχαν συλληφθεί ως αυτουργοί του λιντσαρίσματος, το οποίο όμως είχε χαιρετιστεί ως «εκτέλεση» από τους επαναστατικούς σοσιαλιστικούς και αναρχικούς κύκλους του Παρισιού και τις εφημερίδες τους. Ακολούθησε η σύλληψη και καταδίκη σε 15μηνη φυλάκιση των επαναστατών σοσιαλιστών αγκιτατόρων Ερνέστου Ρος (Ernest Roche, 1850 – 1917, εκδότη της εφημερίδας «L’ Intransigeant») και Αλμπέρτου Ντουκερσύ (Albert DucQuercy, 1856 – 1934, συντάκτη της ««Cri du Peuple»») που δρούσαν στην περιοχή, η οποία σύλληψη και φυλάκιση έγινε αφορμή για γενίκευση της απεργίας και σε άλλους κλάδους εργατών της περιοχής, ενώ ανάλογες άγριες απεργίες ξεσπούσαν και σε διάφορες περιοχές του Βελγίου, με πυρπολήσεις εργοστασίων, δημοσίων κτιρίων, εκκλησιών, μοναστηριών και σπιτιών πλουσίων, στην δε γαλλική πρωτεύουσα ο 27χρονος αναρχικός Σαρλ Γκαλό (Charles Gallo, 1859 – 190?), φωνάζοντας «Vive lAnarchie έστρεφε στις 5 Μαρτίου το περίστροφό του προς τους πανικόβλητους υπαλλήλους του παρισινού Χρηματιστηρίου.



Στην καταστολή που ακολούθησε, εκτός από τους επικεφαλής των απεργών συνελήφθησαν και όσοι επαναστάτες σοσιαλιστές και αναρχικοί είχαν, είτε σε άρθρα τους είτε σε ομιλίες τους, επαινέσει την βία. Ανάμεσα σε εκείνους που κατηγορήθηκαν ως «ηθικοί αυτουργοί» ήταν και η Λουϊζ Μισέλ, η οποία εξαιτίας μιας ομιλίας της στο θέατρο «Chateaud’ Εau» στις 3 Ιουνίου υπέρ των απεργών, κλείστηκε για μία ακόμη φορά στις φυλακές, αυτή την φορά όμως για τέσσερις μόνον μήνες.

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ



Την Κυριακή 22 Ιανουαρίου 1888 έγινε απόπειρα δολοφονίας της στην Χάβρη (Le Havre) από τον φτωχό 32χρονο βασιλόφρονα Πιέρ Λουκάς (Pierre Lucas). Από τις δύο σφαίρες που ρίχτηκαν εναντίον της, η μία τραυμάτισε το δεξί αυτί της και η άλλη χαράκωσε το αριστερό της μάγουλο. 
 Εκπλήσσοντας του πάντες, η Λουϊζ όχι μόνο ανέλαβε η ίδια να βρει συνήγορο για τον επίδοξο δολοφόνο της, αλλά επιπρόσθετα τον υπερασπίστηκε και η ίδια στην δίκη του, λέγοντας ότι «είχε απλώς παρασυρθεί από μια άθλια κοινωνία». 

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ



Το 1890 την συνέλαβαν για μία ακόμη φορά μετά από πύρινους λόγους της με την κατηγορία της «διέγερσης σε στάση» και μόλις μετά βίας γλίτωσε τα χειρότερα, καθώς κατά την μόδα της εποχής στην αντιμετώπιση των αναρχικών οι κρατούντες είχαν πρόθεση να την κλείσουν σε φρενοκομείο. Εγκατέλειψε λοιπόν την Γαλλία, και έζησε κάποια χρόνια σε πολιτική αυτοεξορία στην Αγγλία, όπου όμως το 1895 ήλθε σε πλήρη διάσταση με τους εκεί, επικρατούντες έναντι των αναρχικών, μαρξιστές. Αυτό που υποστήριζε μέχρι τον θάνατό της ήταν η αμεσότητα και η διαύγεια των προθέσεων: «στις ημέρες μας έχουμε ως κύρια όπλα μας την ειλικρίνεια και την αμεσότητα. Είναι προς το συμφέρον μας να εμφανιζόμαστε προς τα έξω όπως ακριβώς είμαστε και σύμφωνα με αυτά που πιστεύουμε».

Κατά την παραμονή της στο Λονδίνο άνοιξε ένα σχολείο για τα παιδιά των πολιτικών προσφύγων (το «International School»), το οποίο κατά τον Τζων Σόττον (John Shotton) απετέλεσε το πρώτο ελευθεριακό σχολείο της Αγγλίας. Μέχρι τον θάνατό της, και πάντα παρακολουθούμενη από την αστυνομία, συνέχισε να περιοδεύει και να δίνει διαλέξεις, τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ολλανδία, το Βέλγιο, αλλά και την Γαλλία, στην οποία είχε επιστρέψει από το 1895 για να εκδώσει με τον Σεμπαστιάν Φωρ (Sébastien Faure, 1858 – 1942) την αναρχική εφημερίδα «Libertaire». 

Κατά την διάρκεια μιας τέτοιας περιοδείας στην Αλγερία και την νότια Γαλλία πέθανε στις 9 Ιανουαρίου 1905 στο δωμάτιο 11 του «Hotel Oasis» της Μασσαλίας, σε ηλικία 74 ετών. Θάφτηκε στο νεκροταφείο του Λεβαλουά Περέ (Levallois – Perret) του Παρισιού με πολιτική, όπως η ίδια είχε ζητήσει, κηδεία στις 21 Ιανουαρίου και το πλήθος στην κηδεία της ξεπερνούσε σε μήκος το ένα χιλιόμετρο.


ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ



Τουλάχιστον μέχρι το 1916 γινόταν κάθε χρόνο μία αγωνιστική εργατική διαδήλωση δίπλα στον τάφο της, ενώ δύο σώματα γαλλόφωνων εθελοντών μαχητών στον Ισπανικό Εμφύλιο ονομάστηκαν «Bataillons Louise Michel» για να τιμηθεί η μνήμη της.

Την πρωτομαγιά του 1946 ο σταθμός του Μετρό «Vallier» μετονομάστηκε προς τιμήν της «Louise Michel» και το 1975 ονομάστηκε το ίδιο ο χώρος μπροστά από τον καθεδρικό της «Σακρέ Καιρ» («Sacre Coeur»). Τον Ιανουάριο του 2005, τέλος, η πόλη του Παρισιού αφιέρωσε ολόκληρο τον μήνα στην εκατοστή επέτειο του θανάτου της, και ο Δήμος Παρισιού με το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και τον πολιτιστικό σύλλογο «Actazé» διοργάνωσαν στις 11 και 12 Μαρτίου το συμπόσιο «Louise Michel, figure de la transversalité», στο οποίο μίλησαν περισσότεροι από είκοσι ειδικοί ιστορικοί.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

«Lueurs dans l’ ombre. Plus d’ idiots, plus de fous. L’ âme intelligente. L’ idée libre. L’ esprit lucide de la terre à Dieu…», 1861
«Le livre du jour de l’ an: historiettes, contes et légendes pour les enfants», Paris, 1872
«La Greve derniere», μαζί με την Jean Guêtré (ψευδώνυμο της Victoire Tinayre), 1881
«La Misère», 1882
«Les Méprises», μαζί με την Jean Guêtré (ψευδώνυμο της Victoire Tinayre), 1882
«Le Gars Yvon», 1882
«Ligue internationale des femmes révolutionnaires, Appel à une reunion», 1882
«Le Batard imperial», μαζί με τον Jean Winter, 1883
«Défense de Louise Michel», 1883
«La Fille du people», μαζί με τον Adolphe Grippa, 1883
«Contes et légendes », 1884
«Legentes et chants de gestes des canaques», 1885
«Les Microbes humains», 1886
«Manifeste et proclamation de Louise Michel aux citoyennes de Paris», ως «Louise Maboul», 1883
«Mémoires», 1886
«L’ Ère nouvelle, pensée dernière, souvenirs de Calédonie», τραγούδια της φυλακής, 1887
«Le Coq rouge», θεατρικό, 1888
«Le Monde nouveau», 1888
«Lectures encyclopédiques par cycles attractifs», 1888
«Les Crimes de l’ époque», 1888
«Le claque-dents», διήγημα, 1890
«Prise de possession», 1890
«Α travers la vie», ποίηση, 1894
«La Commune», 1898
«Le Reve», 1898
«Avant la Commune», 1905, μετά θάνατον
«Souvenirs et aventures de ma vie», 1905 – 1908, μετά θάνατον
«Fleurs et ronces», ποίηση, 1913, μετά θάνατον
Δημοσίευσε επίσης κείμενά της σε πολλές σοσιαλιστικές και αναρχικές εφημερίδες, μερικές από τις οποίες είναι οι «LAurore», «La Bataille», «LIntransigeant», «LEcho de la HauteMarne», «Le Libertaire», «La Patrie en dager», «Le Pays», «La Revolution Sociale», «Le Marseillaise», κ.ά. 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Francois Cavanna, «Louise la petroleuse, ou l’ Ηydre de l’ Anarchie», Paris, 1981
Paule Lejeune, «Louise Michel, l’ indomptable», Paris, 1978
Margaret Leland Goldsmith, «Seven Women Against the World», London, 1935
Prosper – Olivier Lissagaray, «Histoire de la Commune de 1871», Paris, 1876
Fernand Planche, «La vita ardente e intrepida di Louise Michel», Paris, 1948
Edith Thomas, «Louise Michel», Montreal, 1980

 ΠΗΓΗ: Βλάσης Γ. Ρασσιάς

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

«Εταιρεία των Εποχών»



«Εταιρεία των Εποχών» («Société des Saisons», SDS). Γαλλική μυστική, δημοκρατική, επαναστατική οργάνωση της δεκαετίας του 1830 (1837 – 1839) με έντονα στοιχεία Ιακωβινισμού και Καρμποναρισμού, διάδοχος των προγενεστέρων οργανώσεων «Εταιρεία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» («Société des Droits de l’ Homme et du Citoyen», 1832 – 1834), «Εταιρεία της Δράσης» («Société dAction», 1833 – 1834) και «Εταιρεία των Οικογενειών» («Societe des Familles», SDF, 1834 – 1837).


ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ


Η «Εταιρεία των Εποχών» ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1837 από τους Ωγκύστ Μπλανκί (Louis Auguste Blanqui, 1805 – 1881) και Αρμάν Μπαρμπέ (Sigismond Auguste Armand Barbes, 1809 – 1870), παλαιούς γνώριμους από την προγενέστερη μυστική δημοκρατική οργάνωση «Φίλοι του Λαού» («Amis du Peuple») του Φίλιππου Μπουοναρρότι (Philippe Buonarroti, 1761 – 1837) και την εξ αυτής ιακωβινική «Εταιρεία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» («Société des Droits de l’ Homme et du Citoyen»), των «ροβεσπιεριστών» Ναπολέοντα Λεμπόν (Napoléon Lebon) και Αλμπέρ Λαπονεραί (Albert Laponneraye, 1808 – 1849). Την τελευταία, που από τον Οκτώβριο του 1833 είχε δύο έδρες, μία στο Παρίσι και μία στην Λυών και 27 μέλη της είχαν δικαστεί στις 11 – 12 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, διέλυσε τελικά την άνοιξη του 1834 η αστυνομία του «βασιλιά – πολίτη» Λουδοβίκου Φιλίππου (1830 – 1848) μετά από διαδηλώσεις της στο Παρίσι και την Λυών που κτυπήθηκαν με τρομερή βία και άφησαν εκατοντάδες νεκρούς, ιδίως στις παρισινές οδούς Beaubourg και Transnonain.


Οι ίδιοι περίπου άνθρωποι είχαν ιδρύσει το 1833 μία ακόμη μυστική οργάνωση, την καρμποναρική «Εταιρεία της Δράσης» («Société dAction», με επικεφαλής τον εύπορο πρώην λοχαγό ιππικού TheophileJoachimRene Guillard de Kersausie, 1798 – 1874 και τον ArthurJacques Beaumont), που τον Ιούλιο του 1834, μετά την ολοκλήρωση της καταστολής της «Εταιρείας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» μεταμορφώθηκε στην «Εταιρεία των Οικογενειών» («Societe des Familles», SDF, με επικεφαλής τον Louis Hadot – Desages, 1803 – 1843), η οποία όμως ελάχιστα μπόρεσε να δράσει, καθώς βρέθηκε στην δίνη αλλεπάλληλων κατασταλτικών επιχειρήσεων του καθεστώτος ενάντια στους κύκλους των επαναστατών.


Στις 5 Μαϊου 1835 απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε 164 άτομα για συμμετοχή στην εξέγερση του Απριλίου 1834, τα περισσότερα από τα οποία καταδικάστηκαν σε τέσσερις διαφορετικές δίκες, στις 13 Αυγούστου 1835 (με 72 καταδίκες λυωνέζων επαναστατών), στις 7 και 28 Δεκεμβρίου 1835 (με 25 καταδίκες επαναστατών από τις πόλεις Lunéville, Saint-Étienne, Grenoble, Marseille, Arbois and Besancon) και, τελικά, στις 22 και 23 Ιανουαρίου 1836. Στην τελευταία δίκη καταδικάστηκαν 40 ακόμη παριζιάνοι επαναστάτες της «Εταιρείας της Δράσης» και της «Εταιρείας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη». Ο ιδρυτής της δεύτερης Λεμπόν, οι αρχηγοί της πρώτης Guillard de Kersausie και ArthurJacques Beaumont, καθώς και οι Godefroy Gavaignac, CamilleLouis Barryer – Fontaine, JeanJacques Vignerte, JosephAuguste Guinard, Francois Delente, Charles de Ludre και Armand Marrast, όλοι τους μέλη της Κεντρικής Επιτροπής της δεύτερης οργάνωσης, καταδικάστηκαν σε ισόβια εξορία, ενώ τα απλά μέλη PaulJean Fouet, CharlesPierre Granger, Joseph Villain και Louis Boura σε 15ετή φυλάκιση, οι Victor Crevat και NicolasAugustin Pruvost σε 10ετή φυλάκιση, οι FelixAntoineAmedee Mathe, LouisPierreEdouard Lenormand, Francois Landolphe, Alexandre Yvon, Louis Aubert, Pierre Pichonnier, LaurentNapoleon Gueroult και Adolphe Soulliard σε 6ετή φυλάκιση, οι LouisDesire Herbert, JacquesRobertFrederic Chilman, Bernard Pornin, AdonisPhilippe Rosieres, MarieFrancois Poirotte, HubertHippolyte Tassin, JacquesFrancoisAlphonse Fournier και JeanBaptisteFrancoisXavier Sauriac σε 4ετή και οι υπόλοιποι σε μικρότερες ποινές. Προηγουμένως, στις 4 Ιουνίου 1835, είχαν καταδικαστεί ο Ulysse Trélat (1795 – 1879) σε τριετή φυλάκιση και σε μικρότερη ποινή ο Michel de Bourges (1797 – 1853), για ένα κείμενο συμπαράστασης στους συλληφθέντες που κατέληγε με την φράση «η αθλιότητα του δικαστή κάνει το μεγαλείο του κατηγορουμένου» («L’infamie du juge fait la gloire de l’accusé»).



 ΙΔΡΥΣΗ

Οι Μπλανκί και Μπαρμπέ, εκ των οποίων ο δεύτερος είχε ιδρύσει το 1835 την βαχύβια «Εταιρεία των Εκδικητών» («Société des Vengeurs»), συνελήφθησαν στις 11 Μαρτίου 1836 και καταδικάστηκαν τον Αύγουστο σε φυλάκιση 2 ετών ως ένοχοι συμμετοχής σε παράνομη οργάνωση και κατασκευής όπλων και εκρηκτικών, ενώ η «Εταιρεία των Οικογενειών» είχε τώρα μετονομαστεί προσωρινά από τα εναπομείναντα μέλη της, για λόγους απόκρυψης, σε «Ομαδοποιήσεις» («Pelotons»).
Όταν όμως αποφυλακίστηκαν την επόμενη χρονιά, με την αμνηστία της 7ης Μαϊου 1837, οι Μπλανκί και Μπαρμπέ ίδρυσαν τον Ιούνιο την νέα διάδοχο μυστική οργάνωση «Εταιρεία των Εποχών» («Société des Saisons», SDS), ενώ άλλοι σύντροφοί τους από την «Εταιρεία των Οικογενειών» (o καρμπονάρος Mathieu dEpinal και οι Bernard Pornin και Stanilas Vilcocq) είχαν ιδρύσει την δική τους πιο ακραία οργάνωση «Δημοκρατικές Φάλαγγες» («Phalanges Démocratiques», PD), στο πρόγραμμα της οποίας περιλαμβανόταν πιο ακραία αιτήματα όπως η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και της οικογένειας, η δωρεάν εκπαίδευση όλου του λαού και η καταστροφή όλων των ειδών πολυτελείας. Παρά την απαγόρευση κάθε αντιπολιτευτικής εφημερίδας από τον νόμο της 9ης Σεπτεμβρίου 1835, που καθιστούσε έγκλημα ακόμα και το ν’ αυτο-αποκαλείται κάποιος «δημοκράτης», οι δύο οργανώσεις εξέδωσαν τις εφημερίδες «Moniteur républicain» (από τον Νοέμβριο 1837 έως τον Ιούλιο 1838, με την δημοκρατική μάλιστα χρονολόγηση και ονομασία των μηνών) και «L’Homme libre» (από τον Αύγουστο έως τον Σεπτέμβριο του 1838).

 

ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

Οι οργανώσεις «Εταιρεία των Οικογενειών» και «Εταιρεία των Εποχών» υιοθετούσαν τις πολιτικές επιλογές των «ροβεσπιεριστών» της περιόδου 1793 – 1794, κυρίως τον πόλεμό τους προς τους λεγόμενους «μετριοπαθείς», ασπάζονταν την ανάγκη για επαναστατική κυβέρνηση μετά την νίκη της επανάστασης και επίσης έδιναν προτεραιότητα την άμεση δράση απέναντι στην απλή προπαγάνδα. Αυτά τα χαρακτηριστικά τους, κράτησαν μακριά προγενέστερους ομοϊδεάτες που τώρα φαίνονταν μετριοπαθείς, σχεδόν «Γιρονδίνοι», όπως λ.χ. ο καρμπονάρος και πρόεδρος της «Εταιρείας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» Ρασπάϊγ (Francois – Vincent Raspail, 1794 – 1878), που μάλιστα κατά την περίοδο 1834 – 1835 εξέδωσε και την ρεφορμιστική εφημερίδα «Le Réformateur» (το πρώτο τεύχος εκδόθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1834, δύο μήνες μετά την ίδρυση της «Εταιρείας των Οικογενειών»).





ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΔΟΜΗ

  Η οργανωτική δομή των δύο οργανώσεων ακολουθούσε τα πρότυπα της γαλλικής Καρμποναρίας, της λεγόμενης «Σαρμπονερί» («Charbonnerie», περ. 1815 – περ. 1830), και αργότερα έγινε με την σειρά της το πρότυπο για τις επαναστατικές οργανώσεις των οπαδών του Μπλανκί («μπλανκιστών») μέχρι τουλάχιστον την «Κομμούνα του Παρισιού» (1871).

Για λόγους ασφαλείας, οι οργανώσεις διέπονταν από αυστηρή ιεράρχηση ρόλων, λ.χ. στην «Εταιρεία των Εποχών» τα μέλη αποτελούσαν ανά 7 μία χωριστή μονάδα, την «εβδομάδα», στην οποία οι 6 ακολουθούσαν τις εντολές του εβδόμου που ονομαζόταν «Κυριακή». Ανά τέσσερις τέτοιες ομάδες συγκροτούσαν μια δευτεροβάθμια μονάδα, τον «μήνα», με δύο αρχηγούς που ονομάζονταν «Ιούλιος» και «Δεκέμβριος», ενώ ανά τρεις «μήνες» συγκροτούσαν μία τριτοβάθμια μονάδα, την «εποχή», της οποίας οι αρχηγοί αναφέρονταν απευθείας στο τριμελές Συμβούλιο που αποτελούσε την ανώτατη αρχή της οργάνωσης (Μπλανκί, Μπαρμπέ και Μαρτίν Μπερνάρ – Martin Bernard, τον οποίο ο Λουϊ Μπλαν περιέγραψε ως «δυνατό διανοητή και θαρραλέο σαν Σπαρτιάτη»).

 

ΜΥΗΣΗ


Φημολογείται ότι μέχρι τις αρχές του 1839 η «Εταιρεία των Εποχών» είχε ήδη φθάσει τα 1.500 περίπου μέλη, αν και τα γεγονότα του Μαϊου της ίδιας χρονιάς αποδεικνύουν ιστορικά ότι, τουλάχιστον την ώρα της πράξης, τα μέλη δεν ξεπερνούσαν τα χίλια. Το τυπικό της μύησης στην οργάνωση έχει πάντως διασωθεί («Textes Choisis», 1971). Το νέο μέλος παρουσιαζόταν με δεμένα τα μάτια στον πρόεδρο, δεχόταν αρχικά ερωτήσεις για το όνομά του, την ηλικία του, το επάγγελμά του και την ιδιαίτερη πατρίδα του, καθώς και για το εάν ήταν σίγουρος για το βήμα που έπαιρνε και για το ότι οι προδότες τιμωρούντο με θάνατο για την προδοσία. Ακολουθούσε ο όρκος για σιωπή και μετά 7 πολιτικές ερωτήσεις, στις οποίες ο μυούμενος απαντούσε:
«οι βασιλιάδες είναι επικίνδυνοι για την ανθρωπότητα, όπως και οι τίγρεις για τα άλλα ζώα»,
«η αριστοκρατία από καταγωγή καταργήθηκε τον Ιούλιο του 1830, όμως αντικαταστάθηκε από την αριστοκρατία του χρήματος, που είναι σε όλα το ίδιο τερατώδης όσο η προηγούμενη»,
«όλοι οι αριστοκράτες πρέπει να ανατραπούν και όλα τα προνόμια να καταργηθούν»,
«όλα αυτά θα αντικατασταθούν από την κυβέρνηση του λαού για τον λαό, δηλαδή από την Δημοκρατία»,
«όσοι έχουν δικαιώματα δίχως να έχουν και υποχρεώσεις δεν δικαιούνται να είναι μέρος του λαού, είναι για την κοινωνία ότι ο καρκίνος για το ανθρώπινο σώμα, το πρώτο βήμα για μια δίκαιη κοινωνία είναι η εξαφάνιση της αριστοκρατίας»,
«καθώς η κοινωνία έχει γαγγραινιάζει, χρειάζονται ηρωϊκές θεραπείες για να θεραπευτεί, για ένα διάστημα ο λαός θα χρειαστεί μία επαναστατική ηγεσία»,
«ιδανικά μας είναι η εξολόθρευση κάθε μορφής αριστοκρατίας και η αντίκατάστασή της από την Δημοκρατία, δηλαδή από την κυβέρνηση των ίσων, μέσα όμως από την χρήση μιας επαναστατικής ηγεσίας που θα δείξει στον λαό πώς να εξασκεί τα δικαιώματά του».
Ακούγοντας τις 7 απαντήσεις, ο πρόεδρος προειδοποιούσε ξανά τον μυούμενο για τους κινδύνους που διέτρεχε όποιος εξέφραζε τέτοιες απόψεις: «πολίτη, τα ιδανικά που μόλις ανέπτυξες είναι τα μόνα σωστά… όμως η υλοποίησή τους δεν είναι εύκολη. Οι εχθροί μας είναι πολυάριθμοι και πανίσχυροι και έχουν στα χέρια τους όλες τις δυνάμεις της κοινωνίας, ενώ αντίθετα εμείς οι δημοκράτες δεν έχουμε παρά μόνο το κουράγιο μας και την δύναμη της πειθούς. Έχεις ακόμα χρόνο, σκέψου όλους τους κινδύνους, στους οποίους εκθέτεις τον εαυτό σου με την προσχώρησή σου σε εμάς: κινδυνεύεις να χάσεις την περιουσία σου, να στερηθείς την ελευθερία σου, μπορεί ακόμα και να χάσεις την ζωή σου. Είσαι πραγματικά αποφασισμένος να αντιμετωπίσεις αυτούς τους κινδύνους;»
Απαντώντας καταφατικά, ο μυούμενος έπαιρνε στην συνέχεια τον ακόλουθο όρκο : «εν ονόματι της Δημοκρατίας, ορκίζομαι αιώνιο μίσος προς όλους τους βασιλιάδες, προς όλους τους αριστοκράτες, προς όλους τους καταπιεστές της ανθρωπότητας. Ορκίζομαι απόλυτη αφοσίωση στην λαϊκή υπόθεση, αδελφοσύνη προς όλους τους ανθρώπους, εξαιρουμένων μόνον των καταπιεστών. Ορκίζομαι να τιμωρώ τους προδότες και εάν χρειαστεί η θυσία μου για να κερδίσει ο λαός ελευθερία και ισονομία, να προσφέρω στον αγώνα αυτόν την ζωή μου, να ανεβώ άφοβος στο ικρίωμα. Αν παραβώ αυτόν τον όρκο, δέχομαι να τιμωρηθώ με τον θάνατο από μαχαίρι που ταιριάζει στους προδότες, εάν μαρτυρήσω έστω και το ελάχιστο από τα μυστικά μας σε μη μέλος της οργάνωσης, ακόμα και συγγενή μου, δέχομαι να καταδικαστώ ως προδότης».

 

Η ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ 1939


Την Κυριακή 12 Μαϊου 1839, τα μέλη της «Εταιρείας», σε συνεργασία με τους Γερμανούς «νέο-μπαμπουβιστές» («néobabouvistes», οπαδούς του Γράκχου Μπαμπέφ) της οργάνωσης «Λίγκα των Ίσων», ηγήθηκαν μίας καλοσχεδιασμένης ένοπλης εξέγερσης στο Παρίσι κατά του Λουδοβίκου, σύμφωνα με την μεθοδολογία της αιφνιδιαστικής επίθεσης του Μπλανκί: οι προκηρύξεις προς τον λαό, τις οποίες είχαν συντάξει οι Μπαρμπέ και Μπερνάρ, είχαν ήδη τυπωθεί, τα δημόσια κτίρια και οι γέφυρες που θα καταλαμβάνονταν, καθώς και τα σημεία που θα στήνονταν οδοφράγματα είχαν προκαθοριστεί, καθώς και τα πρόσωπα που θα επάνδρωναν το κάθε σημείο, συνολικά χίλιοι ένοπλοι που είχαν ειδοποιηθεί για τις λεπτομέρειες την παραμονή της εξέγερσης.
Χωρισμένοι σε δύο διαφορετικά σώματα, το ένα υπό τον Μπερνάρ και το άλλο υπό τον Μπαρμπέ, οι επαναστάτες ξεχύθηκαν στις 3.30 το πρωϊ στους δρόμους του Παρισιού, φωνάζοντας «στα όπλα!». Οι ένοπλοι του Μπαρμπέ διέσχισαν την γέφυρα της «Νοτρ Νταμ» (Notre-Dame) και επετέθησαν στο «Μέγαρο της Δικαιοσύνης» («Palais de Justice»), όπου σκοτώθηκε από ξαφνικό πυροβολισμό ο υπολοχαγός της φρουράς Drouineau την ώρα που δήλωνε στον Μπαρμπέ ότι δεν παραδίνεται. Η εξέγερση όμως δεν κατόρθωσε να καταλάβει άλλα κτίρια πέραν του Δημαρχείου («Hοtel de Ville») και του «Μεγάρου της Δικαιοσύνης», με αποτέλεσμα την επόμενη ημέρα να έχει πλήρως κατασταλεί. 750 επαναστάτες, από τους οποίους οι 60 ήσαν τραυματίες, οδηγήθηκαν στις φυλακές και 77 έχασαν την ζωή τους, ενώ από την κυβερνητική πλευρά μετρήθηκαν 28 νεκροί και 62 τραυματίες. Ανάμεσα στους 60 τραυματίες φυλακισμένους ήταν και ο Μπαρμπέ.

 

Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ 19


Στην πολυήμερη δίκη των 19 επαναστατών που οι αρχές θεωρούσαν ως πρωταίτιους, η οποία διήρκεσε από τις 11 Ιουνίου έως τις 12 Ιουλίου 1839, ο Μπαρμπέ, που ανάμεσα σε άλλα κατηγορείτο επίσης και για τον θάνατο του Drouineau, επέδειξε μία μνημειώδη επαναστατική γενναιότητα, αρνήθηκε σύμφωνα με το «καρμποναρικό» έθος να απολογηθεί (όπως και ο Μπερνάρ) και πήρε επάνω του αποκλειστικά όλη την ευθύνη για την εξέγερση, παρ’ όλο μάλιστα που ο επαναστάτης ο οποίος είχε πυροβολήσει τον υπολοχαγό είχε σκοτωθεί την ίδια ημέρα, ο Μπαρμπέ αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει «το όνομα ενός νεκρού» για να γλιτώσει τον εαυτό του: «οι κρατούμενοι που δικάζετε, δεν ήξεραν τίποτε για το σχέδιό μου να κτυπήσουμε την κυβέρνησή σας. Κλήθηκαν δίχως να γνωρίζουν για ποιόν ακριβώς λόγο τους είχα καλέσει, ίσως να νόμιζαν ότι επρόκειτο για κάποια ενημερωτική συγκέντρωση… συνεπώς, αυτοί οι πολίτες απλώς με ακολούθησαν, παρασυρμένοι από ηθική βία που τους άσκησα για να υπακούσουν τις διαταγές μου. Εγώ που το γνωρίζω, σας λέω ότι είναι αθώοι! …Σας δηλώνω ότι ήμουν ο αρχηγός, ότι το σύνθημα για την επίθεση δόθηκε από εμένα που επίσης την είχα σχεδιάσει και οργανώσει, σας δηλώνω ότι έλαβα μέρος σε αυτήν και ότι επίσης πολέμησα κατά των στρατιωτών σας».

 

ΕΞΟΝΤΩΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΔΙΚΕΣ


Μετά από αυτά, οι Μπαρμπέ και Μπλανκί (που είχε διαφύγει και δικαζόταν ερήμην, αλλά πιάστηκε αργότερα, στις 14 Οκτωβρίου) καταδικάστηκαν στις 12 Ιουλίου σε θάνατο, ως αρχηγοί της εξέγερσης. Ο Μπερνάρ (που και αυτός είχε αρχικά διαφύγει, αλλά είχε πιαστεί στις 21 Ιουνίου) καταδικάστηκε σε ισόβια εκτόπιση, ο Mialon σε ισόβια καταναγκαστικά έργα, οι Delsade και Austen σε 15 χρόνια φυλάκιση, οι Nourgues και Philibert σε 6 χρόνια φυλάκιση, οι Roudil, Guilbert, Martin, Longuet και Lemiere σε 5 χρόνια φυλάκιση και οι Walsh και Pierne σε 2 χρόνια φυλάκιση, ενώ αθωώθηκαν (κυρίως χάρη στην δήλωση του Μπαρμπέ) οι Bonnet, Lesdazzie, Dugas και Gregoire.
Τα νέα των δύο θανατικών καταδικών συγκλόνισαν τον παρισινό λαό, ιδίως την νεολαία και προκάλεσαν μία μεγάλη διαδήλωση 3.000 νέων που ζητούσαν την άμεση κατάργηση της θανατικής ποινής για πολιτικά αδικήματα. Η θανατική ποινή των Μπαρμπέ – Μπλανκί μετατράπηκε τελικά, μετά από αλλεπάλληλες εκκλήσεις του Ουγκώ (Victor Hugo, 1802 – 1885), του Λαμαρτίνου (Alphonse Marie Louis de Prat de Lamartine, 1790 – 1869) και άλλων διανοουμένων στον βασιλιά, σε ισόβια κάθειρξη στην τρομερή φυλακή «Mont-Saint-Michel». Έμειναν και οι δύο φυλακισμένοι εκεί μέχρι το 1848 και οι άθλιες συνθήκες της κράτησής τους, τους υπέσκαψαν σοβαρά την υγεία. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα ότι ενώ τον Αύγουστο του 1844 ο Λουδοβίκος Φίλιππος χορήγησε αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους, εξαιρέθηκαν από αυτήν οι Μπαρμπέ, Μπλανκί, Μπερνάρ και 32 ακόμη «σκληροπυρηνικοί» επαναστάτες. 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Samuel Bernstein, «Auguste Blanqui and the art of insurrection», London, 1971
 Auguste Blanqui, «Textes Choisis, avec preface at notes par V.P. Volguine», Paris, 1971

Paul E. Corcoran, ed., «Before Marx: socialism and communism in France, 1830 – 1848», London, 1983

Auguste Fabre, «La Révolution de 1830 et le véritable parti républicain», Paris, 1833

Jane Gilmore, «La République clandestine 1818 – 1848», Paris, 1997

Raymond William Postgate, «Revolution from 1789 to 1906», Boston και New York, 1920

Georges Sencier, «Le Babouvisme apres Babeuf», Geneve, 1977

Neil Stewart, «Blanqui», εκδόσεις «Victor Gollancz», London, 1939
ΠΗΓΗ: Βλάσης Γ. Ρασσιάς