Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Μιχαήλ Μπακούνιν: Η επική ηλιθιότητα της πίστης


Ο Ιεχωβάς, που από όλους τους θεούς που λάτρεψαν οι άνθρωποι, υπήρξε οπωσδήποτε ο πιο φθονερός, ματαιόδοξος, θηριώδης, άδικος, αιμοχαρής και τυραννικός, ο μεγαλύτερος εχθρός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ελευθερίας, έπλασε τον Αδάμ και την Εύα, άγνωστο γιατί, ίσως για να αποκτήσει καινούργιους σκλάβους. Έθεσε γενναιόδωρα στην διάθεσή τους ολόκληρη την γη, με τους καρπούς της και τα ζώα της, και έθεσε έναν μονάχα φραγμό σε αυτή την πλήρη απόλαυση: τους απαγόρευσε ρητά να αγγίξουν τον καρπό του δέντρου της Επιστήμης. Ήθελε να παραμείνει ο άνθρωπος για πάντα ένα κτηνώδες πλάσμα, στερημένο από κάθε αυτοσυνείδηση, αιώνια γονατισμένος μπροστά στον «ζωντανό» θεό, πλάστη και αφέντη του. Να όμως που πρόβαλε ο Σατάν, ο αιώνιος εξεγερμένος, το πρώτο ατίθασο πνεύμα, ο απελευθερωτής των κόσμων! Κάνει τον άνθρωπο να ντραπεί για την ζωώδη άγνοια και δουλικότητά του και τον χειραφετεί, τον σημαδεύει με την σφραγίδα της ελευθερίας και της υπερηφάνειας, ωθώντας τον στην ανυπακοή και πείθοντάς τον να γευτεί τον απαγορευμένο καρπό.

Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Ο καλός θεός, που όμως η μελλογνωσία του, μία από τις κλασικές θεϊκές ιδιότητες, θάπρεπε κανονικά να τον είχε προειδοποιήσει για όλα όσα θα συνέβαιναν, παραδόθηκε σε μία τρομερή όσο και γελοία έκρηξη οργής: καταράστηκε τον Σατάν, τον άνθρωπο και τον κόσμο που ο ίδιος υποτίθεται ότι δημιούργησε, βάζοντάς τα κατά κάποιον τρόπο με τον ίδιο του τον εαυτό, όπως τα θυμωμένα παιδιά. Και δεν αρκέστηκε να πλήξει τους προπάτορές μας, αλλά καταράστηκε όλες τις μέλλουσες γενεές, που φυσικά ήσαν αμέτοχες του όποιου εγκλήματος των προγόνων τους. Οι χριστιανοί θεολόγοι βρίσκουν αυτό το πράγμα πολύ σοφό και δίκαιο, επειδή ακριβώς είναι τερατώδες, άνομο και παράλογο.

Έπειτα ο Ιαχωβάς θυμήθηκε ότι δεν είναι μόνο θεός της εκδίκησης και της οργής, αλλά και θεός της αγάπης και, αφού βασάνισε μερικά δισεκατομμύρια φτωχά ανθρώπινα πλάσματα και τα καταδίκασε στην αιώνια κόλαση, λυπήθηκε τους υπόλοιπους και, για να τους σώσει, για να συμβιβάσει την αιώνια και θεία αγάπη του με την εξίσου αιώνια και θεία οργή του που τον έκανε πάντα να διψάει για θύματα και αίμα, έστειλε λέει στον κόσμο σαν εξιλαστήριο θύμα τον μοναδικό υιό του, προορισμένο δήθεν να σκοτωθεί από τους ανθρώπους. Αυτό είναι το εκπληκτικό μυστήριο της «Λύτρωσης» στο οποίο στηρίζονται όλες οι χριστιανικές δοξασίες. Και να’ χε τουλάχιστον όντως λυτρώσει τον κόσμο αυτός ο θείος Σωτήρας! Όμως όχι. Στον παράδεισο που υποσχέθηκε ο Χριστός είναι γνωστό και ρητά διατυπωμένο, ότι θα υπάρχουν ελάχιστοι εκλεκτοί. Οι υπόλοιποι, η τεράστια πλειονότητα των παρουσών και μελλουσών γενεών, είναι αιώνια καταδικασμένοι στο πυρ το εξώτερον. Στο αναμεταξύ, για να μας παρηγορήσει ο πάντα δίκαιος και πανάγαθος θεός, παραδίδει τον κόσμο στην διακυβέρνηση των Ναπολεόντων Γ, των Γουλιέλμων Α, των Φερδινάνδων της Αυστρίας και των Αλεξάνδρων πασών των Ρωσιών.

Τέτοια είναι τα παραμύθια που σερβίρονται και τα τερατώδη δόγματα που διδάσκονται ακόμα και σήμερα στα σχολεία της Ευρώπης, με ρητή εντολή των κυβερνήσεων. Και αυτό ονομάζεται μόρφωση των λαών! Δεν είναι ολοφάνερο ότι όλες οι κυβερνήσεις δηλητηριάζουν συστηματικά και αποκτηνώνουν εσκεμμένα τις λαϊκές μάζες;

Αυτά τα ποταπά και εγκληματικά μέσα χρησιμοποιούν για να διαιωνίσουν την σκλαβιά των λαών, για να μπορούν πιο εύκολα να νέμονται τα προϊόντα του ιδρώτα τους. Τι βαρύτητα έχουν τα εγκλήματα όλων των δολοφόνων της υφηλίου μπροστά σε αυτό το συνεχές έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, που διαπράττεται καθημερινά και απροκάλυπτα σε όλη την έκταση του πολιτισμένου κόσμου από αυτούς που έχουν το θράσος να αυτοαποκαλούνται κηδεμόνες και πατέρες των λαών;

Και όμως, στο παραμύθι του προπατορικού αμαρτήματος, ο θεός δικαίωσε τον Σατάν, αναγνώρισε ότι εκείνος δεν είχε εξαπατήσει τον Αδάμ και την Εύα όταν τους υποσχόταν την Επιστήμη και την Ελευθερία σαν ανταμοιβή για την πράξη ανυπακοής που τους ώθησε να διαπράξουν. Αμέσως μόλις έφαγαν τον απαγορευμένο καρπό, ο θεός είπε στον εαυτό του, σύμφωνα τουλάχιστον με την Βίβλο: «Ιδού, έγινε ο Αδάμ όμοιος με εμάς ως προς την γνώση του καλού και του κακού. Και τώρα ας φροντίσουμε να μην απλώσει το χέρι του και πιάσει τον καρπό της ζωής και φάει και ζήσει αιωνίως».

Ας αφήσουμε τώρα το φανταστικό μέρος αυτού του παραμυθιού και ας εξετάσουμε το πραγματικό νόημά του, που άλλωστε είναι ολοφάνερο. Ο άνθρωπος χειραφετήθηκε, έπαψε να είναι ζώο και έγινε άνθρωπος, άρχισε την Ιστορία του και την ειδικά ανθρώπινη ανάπτυξή του με μία πράξη ανυπακοής και Επιστήμης, δηλαδή με την ε ξ έ γ ε ρ σ η και την σ κ έ ψ η.

… Είναι ολοφάνερο ότι το τρομερό αυτό και ανεξήγητο μυστήριο του Ιαχωβά στηρίζεται στον παραλογισμό, επειδή ακριβώς μόνο το παράλογο δεν επιτρέπει να του δοθεί καμμία εξήγηση. Είναι ολοφάνερο ότι όποιος το χρειάζεται για να ζήσει και να ευτυχήσει, πρέπει να αποκηρύξει την λογική του και να επιστρέψει, αν το μπορεί, στην αφελή, τυφλή και ηλίθια πίστη. Πρέπει να επαναλάβει μαζί με τον Τερτυλλιανό και όλους τους πραγματικούς πιστούς τα λόγια αυτά που συνοψίζουν την πεμπτουσία της θεολογίας: «Credo quia absurdum!», «Πιστεύω γιατί είναι παράλογο!».

Τότε σταματάει κάθε συζήτηση και απομένει η επική ηλιθιότητα της πίστης. Όμως αμέσως τίθεται ένα άλλο ερώτημα: πώς μπορεί να γεννηθεί σε έναν έξυπνο και μορφωμένο άνθρωπο η ανάγκη να πιστέψει σε τέτοια πράγματα; Η πίστη βέβαια σε έναν δημιουργό, ρυθμιστή, κριτή, κυρίαρχο, τύραννο, σωτήρα και ευεργέτη του κόσμου, παραμένει ισχυρή στον λαό, πολύ περισσότερο στους αγροτικούς πληθυσμούς παρά στο προλεταριάτο των πόλεων. Αυτό είναι κάτι το φυσικό, εάν αναλογισθεί κανείς ότι δυστυχώς ο λαός είναι ακόμα πολύ αμαθής και διατηρείται στην άγνοια χάρη στις συστηματικές προσπάθειες όλων των κυβερνήσεων, που δίκαια θεωρούν την άγνοια του λαού ως μία ουσιώδη προϋπόθεση της εξουσίας τους. Συντριμμένος από την συνεχή δουλειά, στερημένος από τις δυνατότητες πνευματικής ησυχίας, επικοινωνίας, ανάγνωσης και κυρίως από όλα τα μέσα και κίνητρα για την ανάπτυξη της σκέψης του, ο λαός συνήθως αποδέχεται στο σύνολό τους και δίχως κριτική τις θρησκευτικές πίστεις. Αυτές τον περιβάλλουν από την γέννησή του σε όλες τις περιστάσεις της ζωής του και, διατηρούμενες τεχνητά μέσα του από ένα πλήθος επίσημων δηλητηριαστών κάθε είδους, παπάδων και μη, μετασχηματίζονται μέσα του σε ένα είδος πνευματικής συνήθειας, συχνά ισχυρότερης από την φυσική του λογική.

Υπάρχει όμως και μία άλλη αιτία των παράλογων πεποιθήσεων του λαού: η μιζέρια που μοιραία του επιφυλάσσεται από την οικονομική κατάσταση των κοινωνιών, ακόμα και στις πιο πολιτισμένες χώρες της Ευρώπης. Περιορισμένος πνευματικά, ηθικά και υλικά στο ελάχιστο της ανθρώπινης ύπαρξης, εγκλωβισμένος μέσα στην ζωή του, όπως ο φυλακισμένος στο κελλί, δίχως ορίζοντες και διέξοδο και μάλιστα δίχως μέλλον εάν πιστέψουμε τους οικονομολόγους, ο λαός θάπρεπε να έχει την ευνουχισμένη ψυχή και το ρυτιδωμένο ένστικτο των πλουσίων για να μην αισθάνεται την ανάγκη να ξεφύγει. Όμως γι’ αυτό υπάρχουν τρία μόνον μέσα, από τα οποία τα δύο είναι φανταστικά και μόνο το ένα πραγματικό. Τα δύο πρώτα είναι τα μπορντέλα και οι εκκλησίες, το τρίτο η Κοινωνική Επανάσταση. Η τελευταία είναι πολύ πιο ικανή από την αντιθεολογική προπαγάνδα των οπαδών της ελεύθερης σκέψης να καταστρέψει τα θρησκευτικά πιστεύω και τις διεφθαρμένες συνήθειες του λαού, τα οποία συνδέονται πολύ πιο στενά από όσο γενικά πιστεύεται. Αντικαθιστώντας τις απατηλές όσο και κτηνώδεις απολαύσεις της σωματικής και διανοητικής εξαχρείωσης με τις λεπτές όσο και πλούσιες απολαύσεις ενός ανθρωπισμού καλλιεργημένου μέσα στον καθένα μας αλλά και σε όλους μας, η Κοινωνική Επανάσταση θα έχει την δύναμη να σφραγίσει ταυτόχρονα όλα τα μπορντέλα και όλες τις εκκλησίες. Μέχρι τότε, η πλειοψηφία του λαού θα είναι καταδικασμένη να πιστεύει, έστω και αδικαιολόγητα.

Υπάρχει και μία άλλη κατηγορία ανθρώπων, που αν και δεν πιστεύουν, πρέπει τουλάχιστον να καμώνονται ότι πιστεύουν. Είναι όλοι οι βασανιστές, καταπιεστές και εκμεταλλευτές της ανθρωπότητας, δηλαδή οι παπάδες, οι βασιλιάδες, οι κυβερνήτες, οι στρατιωτικοί, οι διαχειριστές του δημοσίου ή ιδιωτικού χρήματος, οι δημόσιοι λειτουργοί κάθε είδους, οι αστυνομικοί, οι χωροφύλακες, οι δεσμοφύλακες και οι δήμιοι, οι καπιταλιστές και οι αγιογδύτες, οι ιδιοκτήτες και οι επιχειρηματίες, οι δικηγόροι, οι οικονομολόγοι, οι πολιτικοί κάθε απόχρωσης, μέχρι και ο τελευταίος μανάβης, που όλοι τους θα επαναλάβουν τα λόγια του Βολταίρου ότι «εάν ο θεός δεν υπήρχε, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε». Βλέπετε «χρειάζεται μία θρησκεία για τον λαό». Αυτό αποτελεί μία δικλείδα ασφαλείας.

Υπάρχουν ακόμα μερικοί άλλοι άνθρωποι, τίμιοι αλλά αδύναμοι, που είναι αρκετά ευφυείς ώστε να μην παίρνουν στα σοβαρά τα χριστιανικά δόγματα και να απορρίπτουν αρκετά συγκεκριμένα σημεία, όμως δεν έχουν το αναγκαίο θάρρος, την αναγκαία δύναμη και αποφασιστικότητα για να απορρίψουν τον Χριστιανισμό στο σύνολό του. Κριτικάρουν από την μία τις λεπτομέρειες των παραλογισμών του ή αρνούνται να πιστέψουν στα θαύματα, αλλά από την άλλη προσκολλώνται απελπισμένα στον υπέρτατο παραλογισμό, στην πηγή όλων των άλλων παραλογισμών, στο θαύμα που εξηγεί και δικαιολογεί όλα τα θαύματα, στην ύπαρξη ενός προσωπικού θεού, που δεν είναι καν το ρωμαλέο και πανίσχυρο ον, η ολοκληρωτική βεβαιότητα της θεολογίας, αλλά ένα ον νεφελώδες, διάφανο και απατηλό, τόσο απατηλό που μεταβάλλεται σε τίποτε όταν πιστέψεις ότι πράγματι το έχεις κατανοήσει. Είναι μία οφθαλμαπάτη, μία χλωμή ανταύγεια, που ούτε να θερμάνει μπορεί, ούτε και να φωτίσει. Παρ’ όλα αυτά, εκείνοι επιμένουν να προσκολλώνται σε αυτό και να πιστεύουν και από πάνω ότι η εξαφάνισή του θα σήμαινε δήθεν την απώλεια των πάντων. Είναι άνθρωποι αναποφάσιστοι, νοσηροί, αποπροσανατολισμένοι, άνθρωποι που δεν ανήκουν ούτε στο παρελθόν, ούτε στο μέλλον, ωχρά φαντάσματα αιωρούμενα σε όλη την ζωή τους ανάμεσα στον ουρανό και την γη… Άνθρωποι που τους λείπει η δύναμη να ωθούν τους συλλογισμούς τους μέχρι τα τελικά λογικά συμπεράσματα, άνθρωποι που τους λείπει η θέληση και η αποφασιστικότητα και σπαταλούν την ζωή τους προσπαθώντας συνέχεια να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα.

(Από το βιβλίο «Θεός και Κράτος», που γράφτηκε τον Φεβρουάριο 1871 και πρωτοεκδόθηκε το 1882)

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Λατινοαμερικάνικοι αγώνες ενάντια εκκλησία


 Απόσπασμα και αφίσα που περιέχεται στο υπό έκδοση βιβλίο "Λατινοαμερικάνικοι αγώνες ενάντια εκκλησία" του Βλάση Γ. Ρασσιά

«Παρά την χριστιανική τρομοκρατία, οι περισσότεροι δάσκαλοι και δασκάλες αρνούνται ωστόσο να εγκαταλείψουν τα σχολεία τους και συνεχίζουν να διδάσκουν, πολλοί από αυτούς καταλήγοντας μάρτυρες. Μάρτυρες της μόρφωσης και της ελευθερίας της σκέψης. Την μνήμη εκείνης της τρομερής σφαγής των δασκάλων από τους μαχαιροβγάλτες της Εκκλησίας και τους θρησκόληπτους υποτακτικούς τους, θα διασώσει ο ζωγράφος Λεοπόλντο Μέντες (Leopoldo Méndez, 1902 – 1969) στην συλλογή λιθογραφιών του με τίτλο «Εν ονόματι του Χριστού, δολοφόνησαν περισσότερους από 200 δασκάλους» («En nombre de Cristo, han asesinado a mas de 200 maestros», τέλη του 1938) – η ιστορική αλήθεια είναι ότι μέχρι και το 1939 οι δολοφονημένοι δάσκαλοι και δασκάλες θα ξεπεράσουν τους 300, κακοποιημένοι οι περισσότεροι με τους πιο άγριους τρόπους (ο προηγούμενος βιασμός θ’ αποτελεί ρουτίνα για τους ευσεβείς αγωνιστές του Χριστού σε περίπτωση που το θύμα είναι γυναίκα, ενώ το κόψιμο των αυτιών θα εφαρμόζεται αδιακρίτως σε δάσκαλους και δασκάλες, γι’ αυτό και τα πτώματα θα περιγράφονται ως «maestros desorejados», «δάσκαλοι χωρίς αυτιά»).

Νωρίτερα την ίδια χρονιά (1938) ο Μέντες έχει εκδώσει λινοτυπικά και την σπαρακτική αφισσέτα «Δάσκαλε, είσαι μοναχός σου» («Maestro, tú estás solo»), στην οποία απεικονίζεται ένας δάσκαλος κυκλωμένος από τέσσερις χριστιανούς φανατικούς, δύο από τους οποίους, ένας πλούσιος άνδρας και μία χωρική τον βρίζουν ενώ οι άλλοι δύο, μασκοφόροι δολοφόνοι που κρατούν ο ένας μαχαίρι και ο άλλος περίστροφο, ετοιμάζονται να τον σκοτώσουν. Η αφισσέτα γράφει: «Δάσκαλε, είσαι μοναχός σου, απέναντι: στους λευκοφρουρούς δολοφόνους, στους αδαείς που κατευθύνονται από τους πλουτοκράτες, στην συκοφαντία που δηλητηριάζει και σπάζει την σύνδεσή σου με τον λαό, στο αποτελεσματικό όπλο της εικονογραφημένης προπαγάνδας».

Διαβάστε επίσης»


Γκουστάβ Τριντόν






 Γάλλος επαναστάτης του 19ου αιώνα, δημοκράτης, αντιχριστιανός, σοσιαλιστής, ηγετικό στέλεχος των μπλανκιστών (δεύτερος μετά τον Μπλανκί), μέλος της «Κομμούνας του Παρισιού», εκδότης, κοινωνικός μεταρρυθμιστής και συγγραφέας του τολμηρού βιβλίου «Ο εβραϊκός Μολωχισμός» («Du Molochisme Juif»).


ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γεννήθηκε στο Chatillon-sur-Seine του Κοτ ντ’ Ορ (Cote-dOr) της Βουργουνδίας από εύπορη οικογένεια και έτυχε μιας πολύ καλής μόρφωσης στο Παρίσι, αποκορύφωμα της οποίας ήταν ένα διδακτορικό στα Νομικά, αν και ποτέ δεν άσκησε ούτε δικηγορία, ούτε κάποιο άλλο σχετικό με τα Νομικά επάγγελμα, αρκούμενος στο εισόδημα από την μεγάλη ακίνητη περιουσία του πατέρα του.

 ΠΟΛΙΤΙΚΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ  

Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια γνωρίστηκε με τους επαναστατικούς κύκλους του Παρισιού και ασπάστηκε τις ιδέες του πρωτο-αναρχικού Πιέρ – Ζοζέφ Προυντόν (PierreJoseph Proudhon, 1809 – 1865). Μετά από ένα κείμενό του που δημοσιεύθηκε στην σοσιαλιστική επιθεώρηση «Η Εργασία» («Le Travail»), συνελήφθη, δικάστηκε με την κατηγορία της «προσβολής της δημόσιας ηθικής και της θρησκείας» και κλείστηκε το καλοκαίρι του 1861 για τρεις μήνες στην φυλακή «Sainte-Pélagie». Εκεί γνωρίστηκε με τον επαναστάτη Ωγκύστ Μπλανκί (Louis Auguste Blanqui, 1805 – 1881, που ήταν καταδικασμένος για «συνωμοσία και ίδρυση παρανόμων οργανώσεων»), υιοθέτησε τις απόψεις του και παρέμεινε έκτοτε αφοσιωμένος «μπλανκιστής» («blanquiste») μέχρι το τέλος της ζωής του, αναδεικνυόμενος μάλιστα στον δεύτερο στην τάξη ηγέτη του κινήματος μετά από τον ίδιο τον Μπλανκί.

Στο κείμενό του «Ισχύς» («La Force»), το οποίο γράφτηκε εκείνη την εποχή και περιελήφθη στην μετά τον θάνατό του 300σέλιδη έκδοση «Oeuvres diverses de Gustave Tridon», ο νεαρός τότε Τριντόν τόνιζε: «είμαστε δυνατοί, είμαστε νέοι και πεινάμε όχι μόνο για ψωμί αλλά για ιδέες, για κοινωνική δικαιοσύνη και επιστημονιή γνώση… Γιατί θα πρέπει να συνεχίσουμε να περιμένουμε; Και πίστη έχουμε, τον Αθεϊσμό, και σκοπό, την Δικαιοσύνη, και μέθοδο, την Επανάσταση».

Συνεπής προς τον προγενέστερο χαιρετισμό του στην επαναστατική ισχύ («Ω εσύ Ισχύς, βασίλισσα των οδοφραγμάτων, εσύ που λάμπεις στην αστραπή και στις συγκρούσεις… προς εσένα απλώνουν τ’ αλυσοδεμένα χέρια τους οι φυλακισμένοι», «O Force, reine des barricades, toi qui brille dans leclair et dans lemeutecest vers toi que les prisonniers tendent leurs mains enchainees»), συνέγραψε το έτος 1864 το μικρό βιβλίο «Les Hébertistes. Plainte contre une calomnie de lhistoire», το οποίο δημοσίευσε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Les Ecoles de France» του αθεϊστή και οπαδού του Προυντών Σαρλ Λονγκέ (Charles Longuet, 1839 – 1903). Εκεί υπερασπιζόταν ανοικτά τους εξτρεμιστές της Γαλλικής Επανάστασης Εμπέρ (JacquesRéne Hébert, 1757 – 1794), Κλότζ (Cloots) και Σωμέτ (Chaumette) που ζητούσαν την καθολική εξόντωση της αριστοκρατίας, την κατάργηση κάθε μορφής ιδιοκτησίας και την ολοκληρωτική καταστροφή της Εκκλησίας, ως μάρτυρες της ελεύθερης σκέψης, ισάξιους μάλιστα του Μπρούνο, του Βανίνι και του Σερβέτου. Το βιβλίο, που το προλόγιζε ο ίδιος ο Μπλανκί, κατασχέθηκε από την αστυνομία σχεδόν αμέσως μετά την έκδοσή του και ο Τριντόν καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση.

Έχοντας υιοθετήσει απολύτως τις απόψεις του δασκάλου του Μπλανκί («ο Χριστιανισμός αποτελεί την χειρότερη πληγή της ανθρωπότητας, αφού αλυσοδένει το ανθρώπινο πνεύμα σε ένα ακίνητο δόγμα και απαιτεί θεωρητικά και έμπρακτα την συστηματική καταστροφή όλων των ιδεών, με σκοπό την διατήρηση μιας αυτόκλητης απόλυτης αλήθειας και μιας αιώνιας ακινητοποίησης της σκέψης. Δεν είναι αυτό μια ανοικτή επίθεση ενάντια σε όλη την ανθρωπότητα; Κάθε τι που αποσκοπεί στην διαιώνιση αυτής της θρησκείας του θανάτου αποτελεί το κατ’ εξοχήν έγκλημα και η δική μας πρωταρχική υποχρέωση είναι η με κάθε τίμημα εξαφάνιση αυτής της πανούκλας», έγραφε ο Μπλανκί στις 8 Απριλίου 1869), ο Τριντόν εξέφραζε σε κάθε περίσταση, τόσο με γραπτό όσο και προφορικό λόγο, την πεποίθησή του ότι η ελευθερία και η επιστήμη μπορούν να σταθούν και να αναπτυχθούν μόνο μετά από την ανατροπή του καταπιεστικού καθεστώτος, που το ισχυρότερο τμήμα του είναι η χριστιανική θεοκρατία, για την οποία η συνήθης και διαχρονική «πολιτική» πρακτική ήταν «να σκοτώνει και να φιμώνει»La Force», σελ. 107 -109).

Τον Οκτώβριο του 1865 έλαβε μέρος στην Λιέγη (Liége) του Βελγίου στην δυναμική παρέμβαση που επιχείρησαν μπλανκιστές και αναρχικοί γενειοφόροι και μαυροντυμένοι Γάλλοι φοιτητές (ανάμεσα στους οποίους και οι Pierre Delboy, Germain Casse, Charles Longuet, Paul Lafargue, Paul Dubois, Victor Jaclard και Aristide Rey) στο εκεί διεξαγόμενο «Διεθνές Φοιτητικό Συνέδριο», όπου η καταγγελτική για τον Χριστιανισμό ομιλία του Τριντόν προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του επίσκοπου Dupanloup. Οι νεαροί Γάλλοι μετέτρεψαν το Συνέδριο σε εκδήλωση επαναστατικότητας και αθεϊσμού, υψώνοντας μάλιστα μέσα στην αίθουσα του συνεδρίου την μαύρη σημαία (για πρώτη φορά στην Ιστορία με επαναστατικό – πολιτικό νόημα), προκαλώντας την μήνη των καθεστωτικών Γάλλων πανεπιστημιακών και του ίδιου του βασιλιά Ναπολέοντος του Γ. Νωρίτερα, στις 3 Μαϊου 1865, είχε ιδρύσει με τον Μπλανκί και άλλους ομοίδεάτες τους (Villeneuve, Vaissier, Watteau, Marchand, Viette, Verlière και Sumino) την δισεβδομαδιαία «βολταιρική» εφημερίδα «Καντίντ» («Le Candide»), ενώ το 1866 ίδρυσε την «Κριτική» («La Critique») και την «Ελεύθερη Σκέψη» («La Libre Pensée»), οι οποίες προήγαγαν τον αθεϊσμό με παράλληλη επίθεση στον Χριστιανισμό και τις πολιτικές του χρήσεις για την καταπίεση των κοινωνιών.

Στις 4 Ιανουαρίου 1866 συνελήφθη μαζί με επτά ακόμη νεαρούς «μπλανκιστές» για πρώτη φορά (έπειτα από μία μυστική συγκέντρωσή τους στο «Café de la Renaissance Hellenique» με σκοπό να ιδρύσουν επαναστατική οργάνωση) και όλοι τους κατέληξαν στις φυλακές της «Αγίας Πελαγίας» («Sainte-Pélagie»). Στην δίκη που ακολούθησε, ο Τριντόν καταδικάστηκε σε μερικούς μήνες φυλακή. Toν Σεπτέμβριο του 1866, επικεφαλής μιας εξαμελούς αντιπροσωπείας, εκπροσώπησε για μία ακόμη φορά σε διεθνές συνέδριο τους μπλανκιστές, αυτή την φορά στο πρώτο συνέδριο της «Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων» («L’’Association Internationale des Travailleurs», «International Workingmens Association», ΑΙΤ, IWA) ή της «Πρώτης Διεθνούς» στην Γενεύη και συνελήφθη γι’ αυτό κατά την επιστροφή του στην Γαλλία. Πρωτύτερα, για τα ανατρεπτικά κείμενα που είχαν δημοσιευθεί στην «Καντίντ», είχε συλληφθεί και καταδικαστεί σε φυλάκιση 6 μηνών, ενώ το 1867 εξέτισε μία ακόμη ποινή φυλάκισης 5 μηνών στην φυλακή «Sainte-Pélagie», όπου κρατείτο και ο ομοϊδεάτης του Ζυλ Βαλέ (Louis Jules Vallès, 1832 – 1885), εκδότης της εφημερίδας «Ο Δρόμος» («La Rue»). Εκεί έγραψε το αντιχριστιανικό κείμενό του «Ο εβραϊκός Μολωχισμός», στο οποίο αναφερόμαστε παρακάτω. Το καλοκαίρι 1870 διώχθηκε για μία ακόμη φορά από το καθεστώς του Ναπολέοντος του Γ για «ανατρεπτική προπαγάνδα και δράση», όμως, λίγο πριν καταδικαστεί (ερήμην τελικά) σε εξορία στις γαλλικές αποικίες, κατόρθωσε να διαφύγει στο Βέλγιο.

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ  ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΗΣ «ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ»

Μετά την στρατιωτική συντριβή του Ναπολέοντος του Γ στο Sedan, την παράδοσή του στους Πρώσους στις 2 Σεπτεμβρίου του 1870 και την ανακήρυξη στις 4 Σεπτεμβρίου της «Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας», ο Τριντόν, όπως και οι άλλοι εξόριστοι μπλανκιστές, επέστρεψε στο Παρίσι, ίδρυσε μαζί με τον Μπλανκί την επαναστατική λέσχη «Η Πατρίς εν Κινδύνω» («La Patrie en Danger», ένας καθαρά ιακωβινικός τίτλος), η οποία εξέδιδε και ομώνυμη ημερήσια εφημερίδα. Στις 6 Ιανουαρίου 1871 συμμετείχε με άλλους μπλανκιστές, ιακωβίνους και μπακουνικούς αναρχικούς της παράνομης «Κεντρικής Δημοκρατικής Επιτροπής» («Comité central républicain des Vingt arrondissements») στην σύνταξη, κυκλοφορία και τοιχοκόλληση της διακήρυξης της «Κόκκινης Αφίσσας» («LAffiche Rouge») προς τον παρισινό λαό, η οποία απαιτούσε την ίδρυση μιας «Παρισινής Κομμούνας», καταλήγοντας «Εμπρός για τον λαό, εμπρός για την Κομμούνα!».

Μετά από την παράδοση του Παρισιού στους Πρώσους, έθεσε στις 8 Φεβρουαρίου 1871 υποψηφιότητα για βουλευτής του Κοτ ντ’ Ορ και τελικά εξελέγη στην υπό τους Πρώσους νέα «Εθνοσυνέλευση», από την οποία όμως παραιτήθηκε μαζί με τον Μαλόν (Benoit Malon, 1841 – 1893) στις 3 Μαρτίου, όταν το σώμα ψήφισε υπέρ της «Συνθήκης της Φρανκφούρτης», χαρίζοντας στον εχθρό την Αλσατία – Λωραίνη (AlsaceLorraine): «θα σταθώ αδιάλλακτα ενάντια σε αυτή την εγκληματική συνθήκη, μέχρι την ημέρα που είτε η επανάσταση, είτε ο πατριωτισμός, θα την καταστρέψουν». Ο Τριντόν προσχώρησε στην «Παρισινή Κομμούνα» αμέσως με την ανακήρυξή της, εξελέγη στις 26 Μαρτίου μέλος της κεντρικής επιτροπής για το τεταρτημόριο (quartier) του Πανθέου και τοποθετήθηκε στην «Στρατιωτική Επιτροπή» («La Commission Militaire»).

Παρά την αδιαμφισβήτητη αφοσίωσή του στον αγώνα, το πνεύμα του Τριντόν, όπως και του ομοϊδεάτη του Ζυλ Βαλέ, παρέμεινε ελεύθερο και ανοικτό, και αρκετές φορές πήρε αποκλίνουσες θέσεις, λ.χ. καταψήφισε την πρόταση για ίδρυση μιας «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» («Comite de Salut Public») κατά τα ιακωβινικά πρότυπα της περιόδου 1793 – 1794. Στις αρχές Μαϊου επίσης, λίγο πριν την ένοπλη ήττα της «Κομμούνας», οι Τριντόν και Βαλέ ήσαν δύο από τους «κομμουνάρους» που υπέγραψαν το περίφημο μανιφέστο των μειοφηφούντων («Le Manifeste de la Minorite»).

Όταν τελικά στις 28 Μαϊου έπεσε και το τελευταίο οδόφραγμα της «Κομμούνας», ο Τριντόν κρύφτηκε για να αποφύγει την σύλληψη και μετά από λίγες ημέρες κατόρθωσε να διαφύγει για μία ακόμη φορά στο Βέλγιο. Εκεί στις Βρυξέλλες, αποκαρδιωμένος, τσακισμένος και πάσχοντας από βαριά κατάθλιψη, «ο εύπορος άνδρας που με χαρά του αντιμετώπιζε την φυλάκιση ή την εξορία, μαχόμενος για τα δίκαια των άλλων», όπως έγραψε ο αντικληρικαλιστής συγγραφέας Γιόζεφ Μακ Κάμπε (Joseph Martin McCabe, 1867 – 1955), αφαίρεσε ο ίδιος την ζωή του στις 29 Αυγούστου 1871, σε ηλικία μόλις 30 ετών.

 

«Ο ΕΒΡΑΪΚΟΣ ΜΟΛΩΧΙΣΜΟΣ»



 Το κείμενό του «Ο εβραϊκός Μολωχισμός» («Du Molochisme Juif: études critiques et philosophiques»), το οποίο είχε γράψει τον καιρό που ήταν φυλακισμένος στην φυλακή «Sainte-Pélagie», κυκλοφόρησε στις Βρυξέλλες, 13 χρόνια μετά τον θάνατό του, το έτος 1884, και από την πρώτη στιγμή προκάλεσε τις αντιδράσεις των χριστιανών θεοκρατών, αλλά και αργότερα, όταν αυτοί ισχυροποιήθηκαν πολιτικά, των Εβραίων, οι οποίοι κατηγόρησαν και εξακολουθούν να κατηγορούν τον Τριντόν για «αντισημιτισμό».

Προσυπογράφοντας τις απόψεις του Μπλανκί για ανάγκη ανατροπής του Χριστιανισμού πριν από το οποιοδήποτε άλλο βήμα ελευθερίας, ο Τριντόν μέσα σε αυτό το έργο του υπενθύμιζε στον αναγνώστη ότι οι χριστιανοί θεοκράτες είχαν επιβάλει στην ανθρωπότητα ένα υπερχιλιετές διανοητικό σκοτάδι και απόλυτη πολιτική καταπίεση και είχαν εξαφανίσει εντελώς τις αρετές του κλασικού κόσμου (σελ. 12 – 16). Στην κορύφωση της γραφής του, ο Τριντόν χαρακτήριζε τον Θεό των μονοθεϊστών «δολοφόνο, υποκριτή και διεστραμμένο, φυσικό και ηθικό αυτουργό του κάθε είδους εγκλήματος» και τον λαό που τον εφηύρε «λεκέ στην εικόνα του ανθρώπινου πολιτισμού, πιο κακόβουλο σε όλον τον πλανήτη, τα δώρα του οποίου είναι μολυσματικά». Εκεί έχουν πατήσει όλοι εκείνοι που τον κατηγόρησαν και εξακολουθούν να τον κατηγορούν για «αντισημιτισμό».

Tο 1891, στην εικοστή επέτειο του θανάτου του, κυκλοφόρησε στο Παρίσι η συλλογή κειμένων του με τίτλο «Oeuvres diverses de Gustave Tridon».

 ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

«Les Hébertistes. Plainte contre une calomnie de l’histoire», 1864
«Du Μolochisme Juif: études critiques et philosophiques», 1884, μετά θάνατον
«Oeuvres diverses de Gustave Tridon», 1891, μετά θάνατον (περιέχει και τα «Les Hébertistes» και «La Force»)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Jules Clere, «Les Hommes de la Commune: Biographie Complète de tous ses Membres», Paris, 1871
Patrick H. Hutton, «The Cult of the Revolutionary Tradition: The Blanquists in French Politics, 1864 – 1893», Berkeley, 1982
Joseph Martin McCabe, «A Biographical Dictionary of Modern Rationalists», London, 1920
Bernard Noël, «Dictionnaire de la Commune», Paris, 1978
J. M. Wheeler, «Α Biographical Dictionary of Freethinkers of all ages», London, 1889

Πηγή: Βλάσης Γ. Ρασσιάς  

Μάρραιη Μπούκτσιν: Το μεγάλο κακό στην αριστερά...


Ο Μαρξισμός έχει κάνει τεράστιο κακό στην Αριστερά με το να την βασίσει σε μια ψευτο-αντικειμενικότητα, που σχεδόν δεν ξεχωρίζει απ’ την δικαστική νοοτροπία. Οποτεδήποτε ακούω μαρξιστές της «Νέας Αριστεράς» να καταγγέλλουν μια θέση ως «αντικειμενικά αντεπαναστατική», «αντικειμενικά ρατσιστική» ή «αντικειμενικά σεξιστική», μου κόβονται τα ήπατα. Αυτή η κατηγορία που πετιέται στην τύχη ενάντια σε όλους τους πολιτικούς αντιπάλους, παρακάμπτει την ανάγκη για μια αναλυτική ή διαλεκτική κριτική… Αφαιρείται έτσι απ’ την ελευθερία η αυτονομία της, η κυριαρχία της πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση. Μετατρέπεται σε μέσα αντί για σκοπό. Το αν η ελευθερία είναι επιθυμητή ή όχι, εξαρτάται απ’ το αν προωθεί την «αντικειμενική» εξέλιξη. Συνεπώς, κάθε εξουσιαστική οργάνωση, κάθε σύστημα καταπίεσης κι απώθησης, κάθε τακτική χειραγώγησης μπορεί να γίνει αποδεκτή, και ίσως μάλιστα αξιοθαύμαστη, αν ευνοεί την «οικοδόμηση του σοσιαλισμού» ή την «αντίσταση στον ιμπεριαλισμό»… Οι κατηγορίες αντικαθιστούν την πραγματικότητα, οι αφηρημένοι στόχοι αντικαθιστούν τους αληθινούς στόχους, η «Ιστορία» αντικαθιστά την καθημερινή ζωή. Το γενικό, που απαιτεί μία πολύπλοκη, πολύπλευρη ανάλυση για να γίνει καταληπτό, αντικαθίσταται από το μερικό, το συνολικό από το μονόπλευρο.

Το ίδιο σοβαρή είναι και η απόρριψη της ουτοπικής σκέψης –των γεμάτων φαντασία περιπλανήσεων του Σαρλ Φουριέ και του Ουϊλιαμ Μόρις. Αυτό που ο Μάρτιν Μπούμπερ ονόμασε το «ουτοπικό στοιχείο στον σοσιαλισμό» απορρίπτεται για χάρη μιας «πραγματικής» κι «αντικειμενικής» μεταχείρισης της «πραγματικότητας». Αλλά, στην ουσία, αυτή η προσέγγιση αποξεραίνει την πραγματικότητα με το να περιορίζει την σφαίρα της κοινωνικής εμπειρίας και δεδομένων. Το κρυμμένο δυναμικό μιας δοσμένης πραγματικότητας είτε υπονομεύεται από μία έμφαση στις «αντικειμενικές» πραγματικότητες, ούτε εξουδετερώνεται από μια μονόπλευρη μεταχείριση. Ο επαναστάτης γίνεται δέσμιος της εμπειρίας, όχι όπως αυτή υπάρχει διαλεκτικά, ΣΕ ΟΛΕΣ τις πραγματικότητες και δυνατότητές της, αλλά όπως προσδιορίζεται εκ των προτέρων απ’ τον «επιστημονικό σοσιαλισμό».

Πηγή: Murray Bookchin, «Άκου Μαρξιστή», εκδόσεις «Διεθνής Βιβλιοθήκη», Αθήνα, 1974, 
(Αναδημοσίευση απο ecrasez l'infame)