Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Ζώντας την Γαλλική επανάσταση ως "Ροβεσπιεριστής" κατα τις ημέρες του "τρόμου"



του Βλάση Γ. Ρασσιά

Υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τρόποι ανάγνωσης της Ιστορίας. Στον πρώτο γίνεται ψυχρή ανάγνωση ιστορικών γεγονότων, στον δεύτερο επιχειρείται επιπρόσθετα κάποια ανάλυση αιτίων και αποτίμηση αποτελεσμάτων και στον τρίτο, και πιο δύσκολο, επιχειρείται βαθιά κατανόηση των ιστορικών προσωπικοτήτων. Η δυσκολία του τρίτου τρόπου έγκειται στο ότι, αντίθετα από τους άλλους δύο, που περιορίζονται σε εκ των άνω, και βεβαίως εξ αποστάσεως, θέαση «δραμάτων της ζωής» κάποιων μακρινών χρονικά ανθρώπων που ελάχιστα αφορούν τον αναγνώστη, αυτός ο τρίτος τρόπος απαιτεί το να μπει είτε λίγο είτε πολύ ο αναγνώστης στην θέση της ιστορικής προσωπικότητας και στην συνέχεια να αναρωτηθεί τι αυτός ο ίδιος θα είχε πράξει υπό τις συνθήκες που έπραξε εκείνη ό,τι στ’ αλήθεια έπραξε, ή τουλάχιστον ό,τι από τα πεπραγμένα της έχει επιλέξει να διασώσει η πέννα των διαφόρων ιστορικών.

Το πολύτιμο αυτού του τρίτου τρόπου ανάγνωσης έγκειται στο ότι οδηγεί κάθε φορά, τόσο τον αναγνώστη όσο και τον ίδιο τον ιστορικό, σε σοβαρή διεύρυνση της αντίληψής τους αναφορικά με την διαχρονική ανθρώπινη φύση και κατά προέκταση σε ένα είδος αυτογνωσίας, κυρίως όταν η προσωπικότητα που καλείται να κατανοήσει βαθιά κατατάσσεται με αρνητικό πρόσημο από τον σύγχρονο ηθικό δυϊσμό. Έχοντας επιλέξει στο τελευταίο βιβλίο μου (1) να εξετάσω υπό τον προαναφερθέντα τρίτο τρόπο τα πιο σημαντικά πρόσωπα της σκληρότερης και σοβαρότερης φάσης της Γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή της εποχής της λεγόμενης «Τρομοκρατίας» (Οκτώβριος 1793 - Ιούλιος 1794), σύντομα κατέληξα να αντιμετωπίσω τα ίδια διλήμματα που αντιμετώπισαν οι Maximilien Francois Marie Isidore de Robespierre, Louis Antoine Leon de Saint Just και Georges Auguste Couthon και να αισθανθώ ότι η στοιχειώδης εντιμότητα επέβαλλε το να υπερασπιστώ την αναγκαιότητα του πολυσυζητημένου «Τρόμου», τον οποίο, πολύ μακριά βεβαίως από το σύγχρονο νοηματικό περιεχόμενο του όρου, ο ίδιος ο Ροβεσπιέρος, ο επονομαζόμενος «Αδιάφθορος», είχε ορίσει με σαφήνεια ως ακολούθως: «Ο Τρόμος δεν είναι τίποτε άλλο από δικαιοσύνη, συνοπτική, αυστηρή, άκαμπτη, είναι συνεπώς μία εκπόρευση της Αρετής» (2).

Ο λόγος που χρησιμοποιώ τον όρο «να υπερασπιστώ» είναι ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι καθυβρίζονται συχνά μέχρι σήμερα από πολλούς εκ των άνω και εξ αποστάσεως ιστορικούς, παρ’ όλο που η δική τους περίοδος σηματοδότησε αναντίρρητα την κορύφωση της Γαλλική Επανάστασης, της οποίας το ουσιαστικό τέλος ήλθε ούτε λίγο ούτε πολύ με την πτώση και καρατόμησή τους στις 9 και 10 Θερμιδόρ. Η συχνή και πυκνή αυτή καθύβριση αποτελεί ένα φαινόμενο καθαρού παραλογισμού και απροκάλυπτης ηθικοποίησης της Ιστορίας, στο μέτρο που ουσιαστικά καταγγέλλονται οι τραγικοί γεννήτορες του σύγχρονου «δυτικού» δημοκρατικού κόσμου από ανθρώπους που την ίδια στιγμή ποτέ δεν διανοούνται να απαρνηθούν τα αγαθά και ιδίως τις θεμελιώδεις αξίες αυτού του κόσμου, κοντολογίς τις πολιτικές ελευθερίες, την ισότητα απέναντι στον νόμο και τον θεσμοθετημένο ανθρωπισμό. Το όλο πράγμα μοιάζει σαν κάποιοι να έχουν απαίτηση να γίνονται γέννες δίχως αίμα ή σαν να πιστεύουν ότι ανέκαθεν τα σπίτια των ανθρώπων είχαν ηλεκτρικό ρεύμα και τρεχούμενο νερό.     

Η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι εκείνοι, και ιδίως ο Ροβεσπιέρος, εκτός από τις χονδροειδείς πάμπολλες εναντίον τους ύβρεις έχουν δεχθεί και κάποιους, συγκριτικά λίγους, εκθειασμούς από τολμηρούς υπερασπιστές τους, όπως λ.χ. οι Ernest Hamel, Claude Mazauric, Albert Mathiez, κ.ά. Κοινό σημείο του θαυμασμού των περισσότερων είναι η εμμονή των «ροβεσπιεριστών» στην πραγμάτωση της Αρετής. Στην πρώτη κιόλας παράγραφο ενός παλαιότερου άρθρου του στην εφημερίδα «Το ΒΗΜΑ», ο Γεράσιμος Βώκος, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, δικαιώνει απερίφραστα την διαπίστωση του Χέγκελ πως «μπορούμε να πούμε» για τον Ροβεσπιέρο «ότι πήρε την αρετή στα σοβαρά» (3). Η διαπίστωση αυτή όμως, μας γεννά με την σειρά της το σοβαρότατο ερώτημα εάν είναι ποτέ δυνατόν να παρθεί η Αρετή με άλλον τρόπο εκτός από «στα σοβαρά».

Η Αρετή, και ιδίως η δημόσια διάστασή της, που από ένα σημείο και μετά ορίστηκε ως «Πολιτική Αρετή» (για να περιγράψει το τρίπτυχο Δικαιοσύνη – Αιδώς – Ευθύνη, το οποίο οι Έλληνες θεώρησαν δώρο του Θεού Διός στους ανθρώπους) είναι κάτι το κατ’ εξοχήν σοβαρό, κάτι που δεν επιδέχεται εκπτώσεις. Στο «De Republica» μάλιστα, ο Κικέρων νοιώθει με αφορμή τον Σκιπίωνα την ανάγκη να προωθήσει την ιδέα της ύπαρξης στον ουρανό ενός ειδικού τόπου, ο οποίος προορίζεται για τους καλούς πολιτικούς άνδρες (4).  

Κανονικά το ότι η Αρετή είναι κάτι το μη διαπραγματεύσιμο θα έπρεπε να ήταν αυτονόητο για κάθε κοινωνία που ενδιαφέρεται να διατηρεί κάποιες βασικές έστω υψηλές αξίες, ωστόσο οι περισσότεροι ζούμε σε κοινωνίες εστιασμένες σε οικονομικές μόνον αποτιμήσεις όλων σχεδόν των πραγμάτων, όπου μοιραία η πραγματοποίηση αρκετών αυτονόητων, ιδίως στο ηθικό επίπεδο, θεωρείται πια αίτημα «ακραίο» ή «ουτοπικό». Η Αρετή απαιτεί κανονικά από τον άνθρωπο μία ευγενή ακαμψία, είτε αυτή ορίζεται με το αρχαίο περιεχόμενό της, είτε με το αποκλειστικά πολιτικό περιεχόμενο που τις έδιδαν οι «ροβεσπιεριστές»: «η αρετή ως ήθος, τόλμη και σταθερή συμπεριφορά στην υπηρεσία της ελευθερίας είναι το αντίδοτο στην απάτη. Έτσι ορισμένη, η αρετή δεν αποτελεί ούτε προσωπικό, ούτε ψυχολογικό, ούτε ηθικολογικό γνώρισμα. Στα μάτια του Ροβεσπιέρου η αρετή έχει βαθιά πολιτικό και δημοκρατικό χαρακτήρα» (5).

Η ακαμψία μπορεί βεβαίως σήμερα να θεωρείται από πολλούς «δυτικούς» ανθρώπους προοίμιο φανατισμού, ή να συμφέρει αρκετούς «σύγχρονους» κύκλους διαμόρφωσης ανθρώπινων συμπεριφορών το να θεωρείται έτσι, όμως αυτή είναι όχι μόνον σωστή αλλά και επιβεβλημένη σε άλλα επίπεδα κουλτούρας και ανθρώπινης συμπεριφοράς, που απλώς έχουν την ατυχία να έχουν ηττηθεί από τα σημερινά κυρίαρχα αντίστοιχά τους. Η ακαμψία ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για όλους όσους ήσαν υποχρεωμένοι να υλοποιήσουν στην καθημερινή ζωή τους την Αρετή ή Virtus του προχριστιανικού ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου ή διαφόρων άλλων συγκροτημένων συστημάτων αξιών, όπως λ.χ το Μπουσίντο των παλαιών Ιαπώνων σαμουράϊ. Αυτή η αλήθεια δεν είχε βεβαίως διαφύγει από τους ανθρώπους στους οποίους αναφερόμαστε εδώ, γι’ αυτό άλλωστε και τους βλέπουμε να κάνουν στα κείμενά τους συχνότατες και σχεδόν φετιχιστικές αναφορές στους θεσμούς και τα αξιακά συστήματα της λυκούργειας Σπάρτης και της Ρώμης της δημοκρατικής περιόδου, με πρώτο και κύριο τον Σαιν Ζυστ (6).

Η θαυμαστή ακαμψία λοιπόν των «ροβεσπιεριστών», αυτή η ίδια ακαμψία που τους έκανε και τους κάνει ακόμα και σήμερα μισητούς στους εχθρούς τους, τους αναδεικνύει αντίθετα ως υπέροχες, καθαρές και παραδειγματικές συνειδήσεις στα μάτια όσων μπορούν να τους «αναγνώσουν» έξω από τις σύγχρονες κυρίαρχες προδιαγραφές, που ούτε λίγο ούτε πολύ διατάσσουν ευκαμψία και σχετικισμό. Γράφοντας πριν από 2 χρόνια, με αφορμή το βιβλίο της ιστορικού Ruth Scurr «Θανάσιμη αγνότητα: ο Ροβεσπιέρος και η Γαλλική Επανάσταση», η Hilary Mantel ρώτησε και απάντησε ταυτόχρονα στο «London Review of Books» σχετικά με τον Αδιάφθορο: «Γιατί ήταν η αγνότητά του θανάσιμη; Διότι  φαινόταν να είναι απόλυτη. Δεν μπορούσες να τον εξαγοράσεις. Δεν μπορούσες να τον εντυπωσιάσεις. Δεν μπορούσες να τον φοβίσεις. Δεν μπορούσες να τον αποκτήσεις» (7). 

Μισητές στους εχθρούς τους υπήρξαν άλλωστε και άλλες ανάλογης ακαμψίας προσωπικότητες, όπως λ.χ. ο δημοκρατικός εν όπλοις στωϊκός του 1ου προχριστιανικού αιώνα Κάτων ο Νεώτερος (Marcus Porcius Cato Uticensis ή Cato Minor, 94 – 46), που άνοιξε την κοιλιά του για να μην πέσει στα χέρια του Καίσαρα (8), ή ο σύγχρονος του Νέρωνος φιλόσοφος στωϊκός Θρασέας (Publius Clodius Thrasea Paetus), που το έτος 66 έχυσε το αίμα των φλεβών του σπονδή στον Θεό «Ελευθέριο Δία» («Iuppiter Liberator»). Δεν ήταν τυχαίο άλλωστε ότι στις αξίες που εορτάζονταν στις «δέκατες ημέρες» («décadis») του Επαναστατικού Ημερολογίου των Ιακωβίνων που υιοθέτησε η Εθνοσυνέλευση με το άρθρο VII του διατάγματος που καθιέρωνε «την λατρεία του Υπερτάτου Όντος», συμπεριλαμβανόταν και ο «Στωϊκισμός» (9), εδώ βεβαίως όχι ως φιλοσοφική σχολή μιας μακρινής αρχαιότητας, αλλά ως σταθερός προσανατολισμός προς την Αρετή σε κάθε ένα από τα συνεχή διλήμματα του καθημερινού βίου.

Απέναντι και ενάντια σε αυτόν ακριβώς τον σταθερό προσανατολισμό έστεκαν τα πολυάριθμα δείγματα των δύο τύπων ανθρώπου τους οποίους όλως ιδιαιτέρως σιχαίνονταν οι «ροβεσπιεριστές», χαρακτηρίζοντάς τους μάλιστα ως «εχθρούς της Αρετής», δηλαδή του καιροσκόπου προδότη και του επιτήδειου απατεώνα.

Τον πρώτο τύπο «εχθρού της Αρετής», τον οποίο ίσως ενσάρκωσαν καλά ο δαιμόνιος Φουσέ (Joseph Fouché) και ο αρχικά Ιακωβίνος εξτρεμιστής και στο τέλος θιασώτης των μοναρχικών ομάδων κρούσης της «Χρυσής Νεολαίας» (10) Ταλιέν (Jean Lambert Tallien), έχει περιγράψει ο γράφων, όταν στο βιβλίο του κάνει λόγο για «Διαχρονικό Κάθαρμα της Ιστορίας»: «…δηλαδή τον άθλιο εκείνο τύπο ανθρώπου που ξέρει από την μία στιγμή στην άλλη να υποστέλλει γρήγορα – γρήγορα την σημαία του και να υψώνει στην θέση της μια άλλη, την σημαία τού αιωνίου κόμματος τής εκάστοτε πλειοψηφίας, υπακούοντας όχι στην σταθερότητα μιας ιδέας ή ενός οράματος, αλλά στην αποδεδειγμένη ρευστότητα των καιρών, οι οποίοι όσο πιο γρήγορα αλλάζουν τόσο πιο πυκνά παροτρύνουν στο να ανεβοκατεβαίνουν οι σημαίες των αχρείων, των δειλών, των υπολογιστών, των καιροσκόπων και των προδοτών» (11).

Τον δεύτερο τύπο, τον οποίο ενσάρκωσαν άριστα οι Φαμπρ ντ’ Εγκλαντίν (Philippe François Nazaire Fabre d’ Églantine), Ερώ ντε Σεσέλ (Marie – Jean Hérault de Séchelles) και αρκετοί άλλοι, όρισε και περιέγραψε ο ίδιος ο Ροβεσπιέρος, υιοθετώντας από τον Βολταίρο τον όρο «fripon» για όσους κλέβουν με πανουργία, δεξιοτεχνία και, κυρίως, δίχως τον ελάχιστο ηθικό ενδοιασμό. Για τον Ροβεσπιέρο, ο «fripon» αποτελεί «το κατεξοχήν αντιπολιτικό, απολιτικό ή μη-πολιτικό ζώο» (12), ένα τρωκτικό που τρώει ασταμάτητα, όσο τουλάχιστον η κοιλιά του μπορεί να αντέξει.  

Το μόνο πράγμα για το οποίο μπορεί κάποιος να κατηγορήσει τον Ροβεσπιέρο, τον οποίο σωστά απεκάλεσε ο E. Hamel «έναν από τους πιο μεγάλους ανθρώπους που μόχθησαν για το Αγαθό επάνω στην γη» (13), ήταν η διπλή «αφέλεια» τόσο του ιδίου όσο και των άμεσων συνεργατών του να θεωρούν εφικτή την ηθικοποίηση του συνόλου των ανθρώπων, αντικαθιστώντας τα αμέτρητα προσωπικά ελαττώματα με μερικές μετρημένες στο χέρι πολιτικές και κοινωνικές αρετές και επίσης ν’ αποδεχθούν τον ρόλο – παγίδα, που ένας ανεύθυνος και ανέτοιμος για την πραγματική Δημοκρατία λαός τούς είχε με το ζόρι επιβάλει, δηλαδή τον ρόλο εκείνων που ενσαρκώνουν την Επανάσταση για να θανατωθούν μαζί της. Υπέβαλαν συνέχεια τους εαυτούς τους στον ψυχικό πόνο να επικυρώνουν αναγκαίες θανατικές καταδίκες με την ελπίδα να λήξει το συντομότερο η μακρά αιματοχυσία και το μόνο που εισέπραξαν τελικά από εκείνους για τους οποίους αγωνίζονταν ήταν η συκοφαντία, η συνωμοσία, η προδοσία και ο θάνατος. Εξαιρετικά τραγικό είναι το γεγονός ότι ο ίδιος ο Ροβεσπιέρος ονειρευόταν την ίδρυση κοινωφελών ιδρυμάτων και την δια νόμου κατάργηση της θανατικής πηγής, όπως ο ίδιος είχε εξομολογηθεί στον νεοκλασικό «ζωγράφο της Επανάστασης» Νταβίντ (Jacques – Louis David), λίγο πριν την 9η Θερμιδόρ (14).

Οφείλω να ομολογήσω ότι από όλους τους άμεσους συνεργάτες του Ροβεσπιέρου ιδιαίτερη εντύπωση και προβληματισμό προκάλεσε στον γράφοντα η προσωπικότητα του Φίλιππου Λεμπά (Philippe Francois Joseph Lebas, 1765 – 1794). Ζήτησε ο ίδιος την 9η Θερμιδόρ να συλληφθεί μαζί με τους συντρόφους του, με την προϋπόθεση απλώς να μπορέσει να αποχαιρετήσει τον νεογέννητο υιό του και την σύζυγό του (η οποία μέχρι που πέθανε αρνήθηκε να αποτάξει τους «ροβεσπιεριστές», των οποίων τα πορτραίτα διακοσμούσαν πάντα τους τοίχους του σπιτιού της) και τελικά αυτοπυροβολήθηκε λίγο πριν επανασυλληφθεί στο Δημαρχείο του Παρισιού.

Αναφορικά λοιπόν με την περίοδο του «Τρόμου», η δική μου διαπίστωση είναι ότι αυτή απετέλεσε μία από εκείνες τις σπάνιες περιόδους της Ιστορίας κατά τις οποίες η αρχαιοελληνική συμπαντική έννοια της Ανάγκης έρχεται να στοιχειώσει τα ανθρώπινα πράγματα, και στην προκείμενη περίπτωση να απαιτήσει πρωτίστως πλήρη ακαμψία στο επίπεδο των ηθικών επιλογών. Η όποια προσέγγιση μιας τέτοιας περιόδου νομιμοποιείται μόνο μέσα στα πλαίσια αυτής ακριβώς της Ανάγκης και φυσικά είναι πέρα για πέρα άδικο, αν όχι ανεπίτρεπτο, το να νίπτει κάποιος τα χέρια του, παρατηρώντας τα δραματικά γεγονότα εκ των άνω και εξ αποστάσεως, σαν μία μακάρια θεότητα έξω από τις διαστάσεις όπου ζουν και δρουν οι θνητοί.

Μέσα στα πλαίσια της πιο πάνω διαπίστωσης είναι επίσης το ότι κάθε ένας που επιμένει να μελετήσει με τον προαναφερθέντα τρίτο τρόπο ανάγνωσης την Ιστορία της περιόδου του «Τρόμου» και επιπροσθέτως διαθέτει μια στοιχειώδη ειλικρίνεια, οδηγείται μέσα από έναν στενό μονόδρομο στο να παραδεχθεί τελικά ότι εάν είχε γεννηθεί στις 6 Μαϊου 1758 στο Arras ή στις 25 Αυγούστου 1767 στο Decize του Nivernais (15) και όντως «είχε πάρει την αρετή στα σοβαρά», θα είχε σίγουρα καταλήξει στο ικρίωμα της Πλατείας της Επανάστασης και από εκεί στον μεγάλο λάκκο με ασβέστη του νεκροταφείου Ερανσί. Έναν βαθύ λάκκο, ο οποίος ενίσχυε απλώς την αυταπάτη των προδοτών και των «fripons» ότι ο σωματικός αφανισμός των θυμάτων τους δεν θ’ άφηνε στο μέλλον τίποτε απολύτως να τρομάζει το βαθύ σκοτάδι της ένοχης συνείδησής τους. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου