Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Ερρίκο Μαλατέστα: Για την ηθική


Ας μιλήσουμε για την ηθική. Δεν είναι σπάνιο να συναντάμε αναρχικούς που αρνούνται την ηθική. Στην αρχή λένε απλώς ότι ως θεωρητική άποψη δεν παραδέχονται καμία απόλυτη, αιώνια και αμετακίνητη ηθική και στην πράξη επαναστατούν εναντίον της αστικής ηθικής, που επιδοκιμάζει την εκμετάλλευση των μαζών και καταφέρεται εναντίον όλων των πράξεων που βλάπτουν ή απειλούν τα συμφέροντα των προνομιούχων. Έπειτα σιγά - σιγά όπως συμβαίνει σε τόσες και τόσες περιπτώσεις παίρνουν το σχήμα του λόγου για επακριβή έκφραση της αλήθειας.

Λησμονούν ότι στην τωρινή ηθική πλάϊ στους κανόνες που προβάλουν οι παπάδες και τα αφεντιά για να κατοχυρώσουν τη κυριαρχία τους βρίσκονται και άλλοι, περισσότεροι και ουσιαστικότεροι που χωρίς αυτούς θα ήταν αδύνατη κάθε κοινωνική συμβίωση.

Λησμονούν ότι το να επαναστατείς εναντίον κάθε κανόνα που επιβάλλεται με τη βία δεν σημαίνει καθόλου ότι πρέπει να μην έχεις κανένα συναίσθημα υποχρέωσης και καμία ντροπή απέναντι στους άλλους.

Λησμονούν ότι για να καταπολεμήσεις σωστά μια ηθική πρέπει να της αντιπαραθέσεις, τόσο στην θεωρία όσο και στην πράξη μια ηθική ανώτερη.
Και καταλήγουν με τη βοήθεια της ιδιοσυγκρασίας τους και των περιστάσεων να γίνουν ανήθικοι με όλη τη σημασία της λέξης, άνθρωποι χωρίς κανόνες συμπεριφοράς, χωρίς κριτήριο που να καθοδηγεί τις πράξεις τους, που υποκύπτουν παθητικά στη παρόρμηση της στιγμής. Σήμερα στερούνται το ψωμί τους για να βοηθήσουν έναν σύντροφο αύριο θα σκοτώσουν έναν άνθρωπο για να πάνε στις πουτάνες.

Η ηθική είναι το σύνολο των κανόνων συμπεριφοράς που θεωρεί καλό κάποιος άνθρωπος. Μπορεί να βρίσκει κανείς κακή την κρατούσα ηθική μιας συγκεκριμένης εποχής μιας χώρας ή μιας κοινωνίας και πράγματι η αστική ηθική είναι κάτι παραπάνω από κακή, όμως δεν μπορούμε να διανοηθούμε μια κοινωνία χωρίς καμία ηθική ούτε ένα συνειδητό άνθρωπο χωρίς κανένα κριτήριο για το τι είναι καλό και κακό για τον εαυτό του και τους άλλους.

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος: "O Μάρτυρας της Πολιτικής Αρετής"

Ο κόσμος μας θα ήταν ακόμα σκοτεινότερος χωρίς την εμφάνιση του

Η ισχυρότερη προσωπικότητα της Γαλλικής Επανάστασης (όπως τονίζει ο Claude Mazauric στο σχετικό λήμμα του «Dictionnaire historique de la Revolution francaise» του Soboul), ένας από τους ηγέτες των Ιακωβίνων και του κόμματος των «Ορεινών». Καταγόταν από φτωχική οικογένεια του Αρράς (ορφάνεψε μάλιστα σε ηλικία 9 ετών από μητέρα), όμως είχε σπουδάσει νομικά στο Παρίσι με την βοήθεια σκληρής μελέτης και υποτροφιών και ασκούσε την δικηγορία («ασχολήθηκε επίμονα με την καλλιέργεια της σκέψης του… η μελέτη ήταν ο Θεός του» σημείωσε ο Στάνλεϋ Λούμις στο «Paris in the Terror. June 1793 - July 1794», σελ. 266). 

Από παιδί φάνηκε ήπιος, ευαίσθητος, πονόψυχος και ιδιαίτερα φιλομαθής, ιδιότητες που διογκώθηκαν αργότερα, όταν διάβασε το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» του Ρουσσώ (Jean – Jacques Rousseau), το οποίο τον βοήθησε να στερεώσει μία υψηλής ποιότητας συνείδηση, βασισμένη σε αρχαίες αρετές όπως το καθήκον, η δικαιοσύνη και η φιλοπατρία. Τις αρετές εκείνες εξέφραζε από πολύ νωρίς με απόλυτο τρόπο, σαν ένας καινούργιος Κάτων ο Νεώτερος, με αποτέλεσμα να προκαλεί συχνότατα την αντιπάθεια των ανθρώπων που είχαν ελαστικές συνειδήσεις ή ανύπαρκτες ηθικές αξίες και φυσικά έσπευδαν να τον απομονώσουν για να μην τους ενοχλεί η αυστηρή του παρουσία. Για κάτι τέτοιο οι δικαιολογίες που μπορούσαν να εφευρεθούν ήσαν φυσικά άπειρες, από το δήθεν «παγερό ή θυμωμένο βλέμμα γάτου» που γεννούσαν τα πράσινα μάτια του, έως τον δήθεν «τυραννικό» του χαρακτήρα, τον οποίο εφηύραν και χρησιμοποίησαν με τον πιο αισχρό τρόπο οι εναντίον του συνωμότες και δολοφόνοι του, τον μήνα Θερμιδόρ του έτους 2.    

Περιγράφεται από τους περισσότερους ως ένας μορφωμένος, ηθικότατος, εντιμότατος και ικανότατος άνθρωπος με υπερανεπτυγμένο το αίσθημα της δικαιοσύνης (ως μεγάλο δημοκράτη, ανθρωπιστή και υπόδειγμα αρετής τον χαιρετίζουν ανενδοίαστα οι Lefevre, Hamel, Mazauric, Mathiez, κ.ά.), ένας άνθρωπος που «ενσάρκωσε» όλη την Επανάσταση με τίμημα από το 1789 μέχρι την καρατόμησή του να μην έχει καθόλου μα καθόλου προσωπική ζωή (Francois Furet, Patrice Gueniffey στο «Dictionnaire critique de la R?volution francaise», κ.ά.), καθώς και ένας ικανότατος ρήτορας (σύμφωνα με τον μαρξιστή ιστορικό George Rud?, συνέταξε και εκφώνησε περίπου 900 λόγους), αν και ο Ταίν θέλει να τον περιγράφει ως έναν «χαμένο σε ρεμβασμούς σχολαστικό». Παρά το γεγονός ότι εκείνοι που τον αντιπαθούν, και τον αντιπαθούν έντονα, τον περιγράφουν ως «την πιο μισητή φιγούρα ολόκληρης της Ιστορίας» (o γνωστός θρήσκος ρωμαιοκαθολικός λόρδος Lord Emerich Edward Dalberg Acton, 1910), «έναν αδέξιο, μυγιάγγιχτο, βαρετό, καλοπερασάκια, αόριστα γελοίο και αντιπαθητικό ανθρωπάκο» (ο Άγγλος ιστορικός Richard Cobb, σελ. 53) ή «ανίκανο να αγγίξει την πραγματικότητα, περιορισμένο στης αφηρημένες έννοιες, πανούργο, υποκριτή και αλαζόνα» (ο Γουσταύος Λε Μπον), ο Ροβεσπιέρος υπήρξε στην πραγματικότητα υπερβολικά έντιμος (γι’ αυτό και τον απεκάλεσαν «Αδιάφθορο») και χαρισματικός, ώστε η επιρροή του στο κοινό της Επανάστασης υπήρξε ισχυρότατη, σε σημείο που ο ίδιος παραπάνω εχθρός του, ο Λε Μπον, να ομολογήσει ότι «τις ημέρες που αγόρευε, τα περάσματα φράσσονταν από γυναίκες… επτακόσιες ή οκτακόσιες ήσαν στα θεωρεία και τον χειροκροτούσαν με παραφορά… από τους Ιακωβίνους ακούγονταν λυγμοί όταν μιλούσε, κραυγές, κτυπήματα ποδιών ικανά να καταστρέψουν την αίθουσα». 

Αντίθετα από τον απολύτως εχθρικό προς αυτόν Γαλλο-Εβραίο ακαδημαϊκό Αντρέ Μωρουά, που έχει φροντίσει να συμπεριλάβει και τον χαρακτηρισμό «μισογύνης» (sic) στην πυκνή βροχή από απίθανους υβριστικούς και υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς, με την οποία η ακαδημαϊκή μεγαλειότης του έχει περιλούσει τον μεγάλο επαναστάτη, η επίσης όχι θετικά διακείμενη ιστορικός Ρουθ Σκαρ (Ruth Scurr) κάνει τουλάχιστον μία σοβαρότερη ανάλυση (επικεντρωμένη σωστά στον συνδυασμό δύναμης και ευαισθησίας που απέπνεε η προσωπικότητά του) της έντονης έλξης που ένοιωθαν οι πάμπολλες θαυμάστριές του «που τον αγάπησαν στην διάρκεια της σύντομης ζωής του». «Υπήρξε ο δικηγόρος των αδικημένων», γράφει επίσης η Χίλαρυ Μαντέλ (Hilary Mantel) στο «London Review of Books» (τόμος 28, νο 8, 20 Απριλίου 2006) και συνεχίζει: «έβαζε τις αρχές πριν από το προσωπικό κέρδος, πριν ακόμα και από την προσωπική φιλία, έτοιμος πάντοτε να δεχθεί προσβολές όσο και έτοιμος να δώσει. Σε ένα πρώϊμο ποίημά του λέει ότι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε έναν δίκαιο άνθρωπο είναι να γνωρίσει, όταν αποχωρεί από την ζωή, “το μίσος εκείνων για τους οποίους πρόσφερε την ζωή του”…», πράγμα που δυστυχώς του συνέβη. Ο αντικειμενικότερος Μινιέ, από την άλλη, τον περιγράφει με τα εξής λόγια: «Ναι, είχε πραγματικές αρετές. Σοβαρός, ψυχρός, σταθερός, αμετάβλητος, ντυμένος πάντα με τον ίδιον τρόπο, μιλούσε στερεότυπα και έδειχνε συμπεριφορά ορισμένη… Περιφρονούσε το χρήμα και θεωρούσε τον εαυτό του τόσο αγνό, ώστε του επέτρεπε ακόμα και την σκληρότερη πράξη. Απέδειξε ότι ήταν αξιόλογος οργανωτής και ότι διέθετε διοικητικές ικανότητες… Όταν πήρε στα χέρια του την εξουσία, βρήκε την Ευρώπη ολόκληρη εχθρό της Γαλλίας, τα 2/3 της Γαλλίας εχθρούς της Δημοκρατίας και σε 6 μόνο μήνες κατόρθωσε να αποκαταστήσει την τάξη. Διεκήρυσσε ότι προς χάρη της πατρίδας και των αξιών, έπρεπε να εκλείψει ολότελα ο ατομισμός. Ο Τιμποντώ τον χαρακτήριζε κράμα Μωάμεθ και Κρόμβελ…» (σελ. 339). 

Με την φήμη του επιτυχημένου δικηγόρου και του αγωνιστή κατά της θανατικής ποινής, ο Ροβεσπιέρος εξελέγη το 1789 αντιπρόσωπος στην Συνέλευση των Τάξεων και το 1790 οι Ιακωβίνοι του Παρισιού τον εξέλεξαν πρόεδρό τους. Όπως όλοι οι Ιακωβίνοι, ο Ροβεσπιέρος ήταν οπαδός της γενικής και ισότιμης παιδείας για όλον τον λαό, ως όργανο δημιουργίας της λεγόμενης «λαϊκής συνείδησης», η οποία κρινόταν ως η απαραίτητη προϋπόθεση για ένα δημοκρατικό καθεστώς. Στον οικονομικό τομέα κατήγγειλε τον υπερβολικό πλουτισμό των ολίγων πλουτοκρατών και ζητούσε μία ισότητα δικαιωμάτων και ευδαιμονίας μέσα από την γενίκευση της ιδιοκτησίας επάνω στην αρχή «η ιδιοκτησία του κάθε πολίτη δεν θα πρέπει να είναι επιζήμια για τους άλλους, για την ελευθερία τους, την ασφάλειά τους και την δική τους ιδιοκτησία». 

Ο Ροβεσπιέρος υπήρξε ένας χαρισματικός όσο και αυστηρός επαναστάτης, με σπανιότατες προσωπικές αρετές, θάρρος, ψυχραιμία, οργανωτική ικανότητα ανίκητη ευγλωττία και υποδειγματική ανιδιοτέλεια, για τον οποίο ο Κοντορσέ, πολιτικός εχθρός του (Γιρονδίνος) θα γράψει: «Απορούν όλοι γιατί τόσες πολλές γυναίκες ακολουθούν τον Ροβεσπιέρο παντού, στο σπίτι του, στην Λέσχη των Ιακωβίνων, στην Συνέλευση, στην Λέσχη των Κορδελιέρων. Ο λόγος είναι απλός: η Επανάσταση δεν διαφέρει από Θρησκεία και εκείνος, ως μέγας αρχιερέας της, έχει τους αφοσιωμένους του, κηρύσσει, διαφωτίζει, οργίζεται, μελαγχολεί και είναι αυστηρός στα έργα του όσο και στα λόγια του. Εξαπολύει κεραυνούς ενάντια στους πλουτοκράτες και τους ισχυρούς, δαπανά ελάχιστα και οι ανάγκες του είναι μηδαμινές. Η αποστολή του αναπτύσσεται μέσα από τις ομιλίες του και σχεδόν πάντοτε ομιλεί. Έχει μαθητές που τον φρουρούν, δεν μοιάζει όμως με ιδρυτή Θρησκείας, αλλά περισσότερο με αιρεσιάρχη. Έχει πάντα στα χείλη του την θεότητα και την Πρόνοια και στέκει ως πρόμαχος των φτωχών και των αδυνάτων, έχοντας απεριόριστη επιρροή στις γυναίκες και στις παιδικές καρδιές, ενώ την τιμή και τον σεβασμό που του δείχνουν, τα δέχεται πάντοτε με ύφος σοβαρό». 
 
Ο Ροβεσπιέρος και οι άμεσοι συνεργάτες του, πίστευαν ότι η Δημοκρατία, μέσω της παιδείας αλλά και της πολιτικής ισχύος, μπορούσε να αλλάξει τις συνήθειες και τις κατεστημένες αντιλήψεις των ανθρώπων, καθώς και να εξαφανίσει την αχρειοσύνη, την απληστία και την ματαιοδοξία: «επιθυμούμε να αντικατασταθεί στην πατρίδα μας ο εγωϊσμός από το ήθος, η φιλοδοξία από την μετριοφροσύνη, οι συνήθειες από ένα σύστημα αξιών, η φιλανθρωπία από το καθήκον, η τυραννία από την κυριαρχία της Λογικής, η αποστροφή για την δυστυχία από την αποστροφή για την αδικία, η μικρότητα από την μεγαλοψυχία» (δήλωνε ο Ροβεσπιέρος, όπως διασώζεται από τον Μπουοναρόττι).  

Ο Ροβεσπιέρος στάθηκε αρνητικά απέναντι στην από τους Γιρονδίνους εμπλοκή της επαναστατημένης Γαλλίας σε πόλεμο με τις ξένες μοναρχίες και τόνιζε ξανά και ξανά ότι «ίσως προδοθούμε και κατά συνέπεια ηττηθούμε, μα εάν νικήσουμε, ο νικητής στρατηγός θα γίνει ο νέος εχθρός του λαού», μία πρόβλεψη που δυστυχώς επιβεβαιώθηκε αργότερα με την περίπτωση του Βοναπάρτη. Ωστόσο, «την περίοδο που κυβερνούσε ο Ροβεσπιέρος, η Γαλλία απέκτησε τεράστιο στρατιωτικό γόητρο, έχοντας τον μεγαλύτερο στρατό της Ευρώπης, πάνω από 800.000 καλά γυμνασμένους άνδρες, που πετούσαν από νίκη σε νίκη» (Μινιέ, σελ. 339). Παρά την αστική του καταγωγή, στάθηκε επίσης αρνητικά απέναντι στην άνοδο της αστικής τάξης, την οποία είχε καταγγείλει ως αριστοκρατία των πλουσίων υψωμένη επάνω στα ερείπια της αριστοκρατίας των φεουδαρχών («εγώ δεν βλέπω να κερδίζει απολύτως τίποτε ο λαός από μία τέτοια αλλαγή και τακτοποίηση»), αντιπροτείνοντας μόνον την εγκαθίδρυση της απόλυτης ισονομίας όλων των τάξεων και όλων των πολιτών.  

Μετά την δολοφονία του Μαρά τον Ιούνιο του 1793 και όντας ήδη ο αρχηγός όχι μόνο των Ιακωβίνων αλλά και της Συμβατικής Εθνοσυνέλευσης, ο Ροβεσπιέρος, που είχε ανάμεσα σε άλλα και το όνειρο να φτιάξει ένα κοινοβούλιο με θέσεις για 10.000 θεατές, ώστε οι συνελεύσεις να μορφώνουν πολιτικά τους πολίτες, οργάνωσε μαζί με τους Σαιν Ζυστ και Κουτόν την επαναστατική κυβέρνηση αποκλειστικά γύρω από την Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, την Κομμούνα και τα επαναστατικά όργανα του λαού του Παρισιού. Δίχως την παραμικρή στρατιωτική στήριξη, υποχρεωμένη να επαφίεται μόνο στην εγνωσμένη δειλία των αρκετών πολιτικών της αντιπάλων στην Εθνοσυνέλευση και βεβαίως περικυκλωμένη από πάμπολλους εχθρούς και συνωμότες, με τα μέλη της να μην τολμούν στο τέλος να κοιμηθούν στα σπίτια τους ή να προσέλθουν στις συνελεύσεις, η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας αναγκάστηκε να επιβάλει επί 9 μήνες, από τον Οκτώβριο του 1793 έως τον Ιούλιο του 1794, μία επαναστατική δικτατορία, τον λεγόμενο «Τρόμο» («La Τerreur», που ουσιαστικά σήμαινε όχι «Τρομοκρατία», όπως από άγνοια ή από κακοήθεια μεταφράζεται επί λέξει, αλλά αμείλικτη εφαρμογή της Δικαιοσύνης κατά τα λόγια του ίδιου του Ροβεσπιέρου: «La Τerreur n' est autre chose que la justice prompte, s?v?re, inflexible»), για να σώσει από την μία την Δημοκρατία από στρατιωτική πανωλεθρία και να την φέρει από την άλλη στην ασφαλή και οριστική πραγμάτωσή της. Στην διάρκεια του λεγόμενου «Τρόμου», η Επιτροπή καρατόμησε πάμπολλους αντεπαναστάτες αλλά και πολιτικούς αντιπάλους της, εξτρεμιστές όσο και συμβιβασμένους πρώην συναγωνιστές της και ψήφισε λίγο πριν το τέλος της έναν «συνοπτικό» νόμο, ο οποίος επέτρεπε να εκτελούνται οι ύποπτοι δίχως να προηγηθεί δίκη, ενώ, από ένα σημείο και μετά, υποχρεώθηκε σε επιχειρήσεις ελέγχου της Κομμούνας και των άλλων λαϊκών οργάνων. «Για τον ίδιον τον Ροβεσπιέρο όσο και για την Ιστορία», γράφει ο Ε. Χόμπσμπαουμ (E. J. Hobsbawm) στο βιβλίο του «Η Εποχή των Επαναστάσεων, 1789 - 1848» (σελ. 100), «η Δημοκρατία των Ιακωβίνων δεν ήταν ένα επινόημα για να κερδίζονται οι πόλεμοι, αλλά ένα ιδεώδες: η τρομερή και ένδοξη βασιλεία της Δικαιοσύνης και της Αρετής, όπου όλοι οι καλοί πολίτες ήσαν ίσοι στα μάτια του έθνους και ο λαός συνέτριβε τους προδότες». 

Η περίοδος της κυριαρχίας του Ροβεσπιέρου απετέλεσε τον θρίαμβο της Άτεγκτης Δικαιοσύνης και της Αρετής «δίχως την οποία ο Τρόμος είναι ολέθριος» στον ίδιο βαθμό που «η Αρετή δίχως τον Τρομο είναι ανίσχυρη». Όπως τονίζει ο Μινιέ, η φαινομενικά «ωμή» αλλά στην ουσία πέρα για πέρα αναγκαία τακτική του («όποιος περιμένει πάρα πολλά από τους ανθρώπους, είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος να σκοτώσει αρκετούς»), απέβλεπε στο να εγκαθιδρύσει την κυριαρχία μίας «Αιώνιας Δικαιοσύνης» στις κοινωνίες των ανθρώπων, σε έμπρακτη εφαρμογή των έως τότε θεωρητικών μόνο διατυπώσεων των αρχαίων φιλοσόφων και των ευρωπαίων Διαφωτιστών. Ο Ροβεσπιέρος είχε ιδιαίτερη απέχθεια για εκείνους που αποκαλούσε «fripons», δηλαδή τους έμπειρους, πανούργους αλλά και αμείλικτους παλιανθρώπους, τους οποίους θεωρούσε «τα κατ' εξοχήν αντιπολιτικά, απολιτικά ή μη-πολιτικά ζώα, τρωκτικά που έχουν το κεφάλι βυθισμένο σε μια γούρνα με λεφτά και τρώνε, τρώνε, τρώνε και σταματημό δεν έχουν» (όπως επιτυχημένα περιγράφει ο καθηγητής Γερ. Βώκος σε ένα εξαίρετο άρθρο του με τίτλο «Ο Ροβεσπιέρος και η πολιτική αρετή»). Για εκείνον, «η Αρετή ως ήθος, τόλμη και σταθερή συμπεριφορά στην υπηρεσία της Ελευθερίας είναι το αντίδοτο στην απάτη. Ετσι ορισμένη, η Αρετή δεν αποτελεί ούτε προσωπικό ούτε ψυχολογικό ούτε ηθικολογικό γνώρισμα. Στα μάτια του Ροβεσπιέρου η Αρετή έχει βαθιά πολιτικό και δημοκρατικό χαρακτήρα». Οι αντεπαναστάτες και οι έκτοτε ομοϊδεάτες τους, μίλησαν φυσικά και εξακολουθούν να κάνουν λόγο για «Βασιλεία της Τρομοκρατίας» (διαστρέφοντας όπως προείπαμε το πραγματικό νόημα του όρου «La Τerreur» εκείνης της εποχής), όταν περιγράφουν την εποποιία εκείνης της 9μηνης επαναστατικής διακυβέρνησης, μη έχοντας ωστόσο πειστική απάντηση να δώσουν ούτε στην ερώτηση τι θα έπρεπε κατά την γνώμη τους να πράξει η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας εν μέσω αλλεπάλληλων και από παντού επιθέσεων, ούτε στην ακόμα πιο αδυσώπητη ερώτηση εάν τελικά δικαιολογεί ο αριθμός των θυμάτων έναν τόσο βαρύγδουπα αρνητικό (έστω και εξ εσκεμμένης παρερμηνείας!) χαρακτηρισμό: από τον Σεπτέμβριο του 1793 έως τον Φεβρουάριο του 1794 είχαν καρατομηθεί εν μέσω πολύ άγριων καιρών μόνον 238 άνδρες και 31 γυναίκες, την ίδια ώρα που είχαν δικαστεί αλλά αθωωθεί περίπου 200 άτομα, ο δε τελικός συνολικός 9μηνος απολογισμός δεν ξεπέρασε τελικά όσους θανάτωναν οι διάφορες παρατάξεις του Χριστιανισμού στους αιώνες της παντοδυναμίας του, κατά την διάρκεια μίας και μόνον ημέρας. 

Από την πρώτη κιόλας έκδοση του βιβλίου «Mαρά – Σαιν Zυστ – Pοβεσπιέρος. Κείμενα» (Αθήνα, 1989), το οποίο πρόκειται να επανεκδοθεί και άρα ευτυχώς να επανεπικαιροποιηθεί από τον μεταφραστή Μάριο Βερέττα, ο τελευταίος είχε πολύ σωστά τονίσει: «ο σύγχρονος προοδευτικός αναγνώστης, που προσεγγίζει την ιστορία της Γαλλικής Eπανάστασης από τις τρέχουσες ιστορικές εκδόσεις, θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να προσέξει ιδιαίτερα ένα σημείο. H αστική ιστοριογραφία συνηθίζει να μιλάει, όπως διαπίστωσα, με τα μελανότερα χρώματα για τον τέταρτο χρόνο της Γαλλικής Eπανάστασης και συγκεκριμένα για το διάστημα Αύγουστος 1793 - Iούλιος 1794. H τάση της αυτή δεν είναι καθόλου αθώα. Oι ιστορικές συγκυρίες και οι κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις το θέλησαν έτσι ώστε στο διάστημα αυτό η Γαλλία να ζήσει την εμπειρία μιας επαναστατικής διακυβέρνησης. Eνάντια στον "δεσποτισμό των βασιλιάδων", ο δολοφονημένος από τις δυνάμεις της αντίδρασης Zαν - Πωλ Mαρά είχε προτείνει τον "δεσποτισμό της Λευτεριάς", πράγμα που προσπάθησε με χίλιους αγώνες να υλοποιήσει η "Mεγάλη" Eπιτροπή Δημόσιας Σωτηρίας, κάτω από την καθοδήγηση του "αδιάφθορου" Pοβεσπιέρου και του φλογερού Σαιν Zυστ. Kατά την περίοδο αυτήν έπεσαν βέβαια αρκετά κεφάλια αντεπαναστατών, αλλά ο λαός χόρτασε ψωμί, όπως αποδεικνύουν οι σχετικές αναφορές και μαρτυρίες, οι καταχρήσεις περιορίστηκαν, ο πληθωρισμός σταμάτησε και στα μέτωπα του πολέμου σημειώθηκαν οι πρώτες επιτυχίες. Δυστυχώς, η περίοδος αυτή έληξε σύντομα, και την πλήρωσαν οικτρά τόσο οι πρωταγωνιστές της όσο και οι εξαθλιωμένες λαϊκές μάζες. Aλλά η λάμψη της παραμένει! Γι' αυτόν το λόγο απαιτεί και την προσοχή μας, επειδή η κατασυκοφάντησή της συνεχίζεται και σήμερα». 

Ο ίδιος πάντως ο Ροβεσπιέρος (που «δίχως αμφιβολία ο ίδιος δεν έβλεπε με ικανοποίηση τα σκληρά μέτρα και τους ατελείωτους αποκεφαλισμούς», όπως τονίζει ο Μινιέ, σελ. 339), στην ομιλία του της 5ης Φεβρουαρίου 1794 προς την Συντακτική, θα εξηγήσει με πλήρη λογικότητα την αναγκαία καταφυγή – εγκλωβισμό της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας στην βία κατά των αντεπαναστατών και των προδοτών: «Επιείκεια για τους μοναρχικούς, φωνάζουν κάποιοι, έλεος για τους εγκληματίες! Όχι! Έλεος υπάρχει για τους αθώους, υπάρχει για τους αδύναμους, υπάρχει για τους άτυχους, υπάρχει για την ανθρωπότητα. Η κοινωνία χρωστάει ασφάλεια μόνον στους σωστούς πολίτες, και τέτοιοι στην Δημοκρατία είναι μόνον οι δημοκρατικοί. Για την Δημοκρατία, οι μοναρχικοί και οι συνωμότες δεν είναι παρά ξένοι προς αυτήν, ή, σωστότερα, εχθροί της. Δεν είναι ο σκληρός αγώνας της Ελευθερίας κατά της τυραννίας συγκεκριμένος και αδιαίρετος; Δεν είναι οι ανάμεσά μας εχθροί σύμμαχοι όλων εκείνων των άλλων που επιτίθενται απέξω; Οι δολοφόνοι που διαλύουν την χώρα μας, οι συνομωσίες που εξαγοράζουν συνειδήσεις για να ακυρώσουν τις λαϊκές επιταγές, οι προδότες που τις πουλάνε, οι μισθοφόροι συντάκτες προκηρύξεων που στοχεύουν στο να εξευτελίσουν την λαϊκή υπόθεση, να σκοτώσουν την δημόσια αρετή, να υποδαυλίσουν την πυρά της ανταρσίας και να προετοιμάσουν την πολιτική αντεπανάσταση μέσα από την ηθική αντεπανάσταση, είναι άραγε λιγότερο ένοχοι ή λιγότερο επικίνδυνοι από τους τυράννους τους οποίους υπηρετούν;». 



ΠΗΓΗ: Βλάσης Γ. Ρασσιάς   

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Μπόμπι Σαντς: Το «γελαστό παιδί» του IRA που έγινε μύθος


Στις 5 Μαϊου 1981 πέθανε ο ηρωϊκός απεργός πείνας Μπόμπι Σαντς
Μολονότι ήταν φυλακισμένος, εξελέγη βουλευτής με 30.942 ψήφους! Καταρρακώθηκε έτσι, πλήρως, ο ισχυρισμός της κυβέρνησης Θάτσερ ότι οι απεργοί πείνας ήταν «περιθωριακοί» που «κανένα δεν εκπροσωπούσαν».

Χαράματα Τρίτης, 5 Μαΐου 1981, ένα δραματικό ηχητικό κράμα ξυπνά τους κατοίκους των καθολικών συνοικιών του Μπέλφαστ. Θρήνοι γυναικών, φωνές οργής αντρών, ρυθμικά κτυπήματα μεταλλικών σκουπιδοτενεκέδων. Η είδηση διαδίδεται τάχιστα: Πέθανε – ώρα 1.17- ο ηλικίας 27 ετών κοσμαγάπητος βουλευτής του IRA Ρόμπερτ (Μπόμπι) Σαντς, μετά από 66 ημέρες απεργίας πείνας στις φυλακές Μέιζ, κοντά στο Μπέλφαστ.

Ο «γελαστός Μπόμπι» είναι ο πρώτος από τους ιρλανδούς απεργούς πείνας του ‘81 που ξεψυχά. Πρώτος αυτός είχε αρχίσει, άλλωστε, απεργία πείνας στο διαβόητο μπλοκ «Η» των φυλακών Μέιζ που ονομάστηκε έτσι λόγω του σχήματός του. Από τις 12 Αυγούστου έως τον Μάιο, εννέα ακόμη απεργοί «λιώνουν». Φράνσις Χιούζ, Πάτσι Ο’ Χάρα, Ρέιμοντ Μακ Κρις, Τζόζεφ Μακ Ντόνελ, Μάρτιν Χάρσον, Κέβιν Λιντς, Κίραν Ντόχερτι, Τόμας Μακ Άλγουι, Μάικλ Ντέβιν. Ο μικρότερος (ο Άλγουι) ήταν ηλικίας 23 ετών, ο μεγαλύτερος (ο Ντέβιν) είχε μόλις φθάσει τα τριάντα.

Στις 3 Οκτωβρίου 1981, οι έξι τελευταίοι απεργοί πείνας θα διακόψουν αυτήν τη μορφή διαμαρτυρίας – διεκδίκησης, πιεσμένοι από μια προειδοποίηση των οικείων τους: Ότι θα ζητούσαν την υποχρεωτική σίτισή τους, εάν έπεφταν σε κώμα. Κεντρικό αντικείμενο διεκδίκησης των απεργών πείνας ήταν να τους αναγνωριστεί πάλι η ιδιότητα των πολιτικών κρατούμενων. Λέμε «πάλι», διότι την 1η Μαρτίου του 1976 το Λονδίνο κατάργησε το «στάτους» του πολιτικού κρατούμενου για όσους Βορειοϊρλανδούς θα καταδικάζονταν από τότε και στο εξής. Πέντε ήταν τα συγκεκριμένα αιτήματα των βορειοϊρλανδών απεργών πείνας. Το δικαίωμα να φορούν τα δικά τους ρούχα, η απαλλαγή τους από καταναγκαστικές εργασίες, η απρόσκοπτη επικοινωνία ανάμεσα στους φυλακισμένους, το δικαίωμα να δέχονται επισκέψεις, δέματα και γράμματα από μια φορά την εβδομάδα, το «ελεύθερο» να διοργανώνουν ψυχαγωγικά και εκπαιδευτικά προγράμματα.

Από την όλη «γκάμα» των αιτημάτων, τεράστια συμβολική σημασία είχε προσλάβει αυτό που αφορούσε στην ένδυση. Ήταν άλλωστε αίτημα με σχεδόν πενταετή ιστορία, στο μπλοκ Η: «Εάν θέλουν να φορέσω τη στολή του κατάδικου πρέπει να μου την καρφώσουν στην πλάτη», είχε πει τον Σεπτέμβριο του 1976 ο μαχητής του IRA, Κίραν Νάτζεντ. Αποφάσισε να φορέσει μια κουβέρτα, «εγκαινιάζοντας» έτσι τον «θεσμό» των «μπλάνκετ μεν» (των «κουβερτάνθρωπων»), οι οποίοι επέλεγαν να «ντυθούν» έτσι διακηρύσσοντας την κατηγορηματική τους άρνηση να δεχθούν την ειδική στολή του κατάδικου.

Ο Μπόμπι Σαντς άρχισε την απεργία πείνας την 1η Μαρτίου του 1981, ημέρα σημαδιακή: Ήταν η πέμπτη επέτειος της άρσης του «καθεστώτος» πολιτικού κρατουμένου για τους Βορειοϊρλανδούς.

«Όπλα και βόμβες δεν κερδίζουν τον πόλεμο».
Κακό μαντάτο λαμβάνουν οι επιτελείς της κυβέρνησης Θάτσερ, στις 9 Απριλίου 1981, ημέρα διεξαγωγής επαναληπτικών εκλογών για τη θέση που άφησε κενή στην Βουλή των Κοινοτήτων ο θάνατος του ανεξάρτητου Βορειοϊρλανδού βουλευτή Φ. Μακουάιρ – από καρδιακή προσβολή. Για την ακρίβεια, η δυσάρεστη είδηση υποδιαιρείται σε μία κακή και μία… αβάσταχτη. Η κακή: Στις εκλογές απέτυχε προσωπικά ο Χάρι Γουέστ, αρχηγός των Ενωτικών (οπαδών της βρετανικής κυριαρχίας στη Β. Ιρλανδία) του Όλστερ. Η χειρότερη είδηση: Την έδρα κέρδισε, υποστηριζόμενος από όλους τους ριζοσπάστες Ρεπουμπλικάνους και τιμώμενος από 30.942 ανθρώπους ο Μπόμπι Σανς! Κι ας βρισκόταν σε απεργία πείνας από την 1η του προηγούμενου μήνα…

Καταρρακώθηκε έτσι, πλήρως, ο ισχυρισμός της βρετανικής κυβέρνησης, ότι ο «γελαστός Μπόμπι» και οι άλλοι απεργοί πείνας ήταν «περιθωριακοί» που «κανένα δεν εκπροσωπούσαν». Ποιος ακριβώς ήταν όμως ο Μπόμπι;
 
Ανήσυχο πνεύμα, κοσμαγάπητος στην κοινωνία του Μπέλφαστ ως ποδοσφαιριστής, μουσικός και εξαίρετος δάσκαλος της ιρλανδικής γλώσσας, εργαζόταν ως (μαθητευόμενος) τεχνίτης αμαξωμάτων. Έχασε όμως τη δουλειά του στα 18 του χρόνια, όταν οι «Ενωτικοί» εκδίωξαν την οικογένειά του από το σπίτι της, στο Ράθκουλ του Βόρειου Μπέλφαστ. Τότε ακριβώς, το 1972, ο Μπόμπι προσχώρησε στον IRA και άρχισε να αναπτύσσει πολιτική δράση. Ένα μήνα αργότερα συνελήφθη, επειδή βρέθηκε όπλο σε σπίτι, στο οποίο ο ίδιος ήταν παρών. Καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση, στο Λονγκ Κες. Όταν αποφυλακίστηκε (1976) έκανε οικογένεια, απέκτησε παιδί και συνέχισε την πολιτική δραστηριότητα.
 
Το δεύτερο χτύπημα κατέφθασε όταν η βρετανική αστυνομία ανακάλυψε όπλο σε αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε ο ίδιος και άλλα τρία άτομα. Επί έξι ημέρες βασανίστηκε για να «ομολογήσει» όσα ήθελαν να του χρεώσουν οι ανακριτές. Δεν κάμφθηκε. Τι και αν η οπλοφορία για τα στελέχη του IRA ήταν σχεδόν προϋπόθεση επιβίωσης στη Β. Ιρλανδία της εποχής εκείνης; Η… αιωνίως διασταλτική ερμηνεία της έννοιας «τρομοκράτης» υπαγόρευσε την ποινή: Για από κοινού οπλοκατοχή, φυλάκιση 14 ετών!

Η ειρωνεία είναι ότι ο Μπόμπι, αρθρογραφώντας σε τοπική εφημερίδα, εξέφραζε απόψεις, όπως: «Όπλα και βόμβες δεν κερδίζουν τον πόλεμο. Μπορούν να σκοτώσουν, αλλά όχι να δείξουν το δρόμο, ούτε να υποχρεώσουν τον άκαμπτο να λυγίσει».

Το 1981, στα δώδεκα χρόνια που παρήλθαν από τα αιματηρά γεγονότα του ‘69, είχε εξαπλασιαστεί ο αριθμός των βορειοϊρλανδών Ρεπουμπλικάνων οι οποίοι κρατούνταν στις φυλακές Άρμαχ και Μέιζ. Αριθμούσαν πλέον 3.000. Οι περισσότεροι είχαν καταδικαστεί από ειδικά δικαστήρια, χωρίς ενόρκους. Εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας βεβαίωναν ότι οι καταδίκες κατά κανόνα βασίζονταν σε ομολογίες που είχαν αποσπαστεί με βασανιστήρια (πολλοί ασφαλώς θα θυμηθούν την ιστορία των Τεσσάρων του Γκίλφορντ, που έγινε γνωστή χάρη στην κινηματογραφική ταινία Στο Όνομα του Πατρός). Στην πλειονότητά τους βρέθηκαν στο κελί επειδή υπεράσπισαν τις γειτονιές τους από επιθέσεις των «Ενωτικών» ή αντέταξαν πέτρες στα οχήματα του βρετανικού στρατού.

Από τη χαραυγή της δεκαετίας του ‘80 η κατάσταση στις φυλακές και ειδικά στο «μπλοκ Η» τέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής αριστερών βορειοϊρλανδικών οργανώσεων, κοινωνικών και πολιτικών. Η απεργία πείνας, όμως, είναι ένα άλμα που βρίσκει αντίθετο το Σιν Φέιν, το νόμιμο πολιτικό κόμμα των Ρεπουμπλικάνων. Το διευκρινίζει σε σημείωμα που στέλνει κρυφά στον Μπόμπι ο Τζέρι Άνταμς, εκ των ηγετών του Σιν Φέιν. Ο Άνταμς θεωρεί ότι η απεργία πείνας απειλεί να αποσπάσει την προσοχή των Ρεπουμπλικάνων από τα πολιτικά τους καθήκοντα, αλλά και να επιφέρει θυσίες που τελικά θα πλήξουν το ηθικό τους. Ο Μπόμπι, όμως, είναι αποφασισμένος και αμετάπειστος. Ομοίως και η Θάτσερ, της οποίας ο αρμόδιος για θέματα Β. Ιρλανδίας υπουργός, ο Χάμφρι Άτκινς, τονίζει (15 Απριλίου) ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν θα δεχθεί τα αιτήματα των απεργών πείνας, ούτε θα ενδώσει στη «μορφή βίας που ασκούν»…
 
Τον Μπόμπι συνοδεύει στο νεκροταφείο πλήθος 100.000 ανθρώπων, ενώ οι πίπιζες παίζουν τη μελωδία του τραγουδιού που γράφτηκε για τους «μπλάνκετ μεν». «Δεν θα φορέσω τη στολή του κατάδικου, υποταγμένος δε θα εκτίσω την ποινή». Στις 6 Μαΐου, το διάσημο ροκ συγκρότημα των Γκρέτφουλ Ντεντ που δίνει συναυλία στη Ν. Υόρκη αφιερώνει στον νεκρό -και εφεξής μυθικό- μαχητή του ΙRA το τραγούδι He’s Gone. Δεν είναι όμως τόσο «λεπτές» οι υπόλοιπες αντιδράσεις που εκδηλώνονται ανά τον κόσμο, στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του Μπόμπι…

Στο Μιλάνο, 5.000 διαδηλωτές πυρπολούν την αγγλική σημαία. Στο Όσλο όπου βρίσκεται, η Βασίλισσα Ελισάβετ κινδυνεύει να δεχθεί κατακέφαλα ντομάτα, η οποία όμως δεν την πετυχαίνει. Συλλαλητήρια γίνονται σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, στην Αυστραλία, στις ΗΠΑ. Σε διάφορα λιμάνια του κόσμου διαδηλωτές ρίχνουν μαύρη μπογιά σε βρετανικά πλοία. Στο Νέο Δελχί οι ινδοί βουλευτές κρατούν ενός λεπτού σιγή. Αμερικανοί γερουσιαστές, μεταξύ των οποίων κι ο Τεντ Κένεντι, στέλνουν επιστολή διαμαρτυρίας στη Θάτσερ. Ποτέ άλλοτε η πολιτική του Λονδίνου για τη Β. Ιρλανδία (ούτε καν στον απόηχο της «Ματωμένης Κυριακής» του ‘72) δεν προκάλεσε τέτοια κατακραυγή, διεθνώς.

Έκτοτε ο «γελαστός Μπόμπι», ο οποίος στη φυλακή πρόλαβε να γίνει και στιχουργός, βρέθηκε παντού… Έδωσε το όνομά του σε δρόμους γαλλικών πόλεων, έγινε τραγούδι στα χείλη των οπαδών της σκοτσέζικης ποδοσφαιρικής ομάδας της Σέλτικ, πρόσφερε έμπνευση σε καλλιτέχνες.

Στις 6 Οκτωβρίου 1981 η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι οι βορειοϊρλανδοί κρατούμενοι μπορούν να φορούν τα ρούχα της αρεσκείας τους. Σταδιακά άρχισαν να γίνονται δεκτά «ψήγματα» και άλλων αιτημάτων. Πολύ ακριβό υπήρξε, ασφαλώς, το αντίτιμο. Αλλά πότε στην Ιστορία η αξιοπρέπεια υπήρξε φθηνή; Ποτέ.

ΠΗΓΗ: prin.gr