Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Κίνημα των Αμερικανών Ινδιάνων


Κοινωνικο-πολιτικο-πνευματική οργάνωση των αυτοχθόνων βορειοαμερικανών, που έδρασε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1970, με αίτημα την βελτίωση των συνθηκών ζωής και τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των αυτοχθόνων, καθώς και την εφαρμογή των όσων προβλέπονταν από τις διάφορες συνθήκες μεταξύ των αυτοχθόνων εθνών και του κράτους των Η.Π.Α., τις οποίες κατά κανόνα το τελευταίο είχε αθετήσει και εξακολουθεί να αθετεί.

Κοινωνικο-πολιτικο-πνευματική οργάνωση των αυτοχθόνων βορειοαμερικανών, που έδρασε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1970, με αίτημα την βελτίωση των συνθηκών ζωής και τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των αυτοχθόνων, καθώς και την εφαρμογή των όσων προβλέπονταν από τις διάφορες συνθήκες μεταξύ των αυτοχθόνων εθνών και του κράτους των Η.Π.Α., τις οποίες κατά κανόνα το τελευταίο είχε αθετήσει και εξακολουθεί να αθετεί.

ΙΔΡΥΣΗ

Το «Κίνημα των Αμερικανών Ινδιάνων» («American Indian Movement», AIM) ιδρύθηκε στις 28 Ιουλίου 1968 στην Μινεάπολη της Μινεσότα (Minneapolis, Minnesota) των Η.Π.Α., κατά μίμηση των ανάλογων κινημάτων της ίδιας εποχής για τα δικαιώματα των αφροαμερικανών και των ισπανόφωνων, με σκοπό την προστασία – αυτοάμυνα των αυτοχθόνων από τις αυθαιρεσίες των αμερικανικών αρχών, καθώς και την μόρφωση και στεγαστική και επαγγελματική αποκατάσταση των μελών της κοινότητάς τους. 


Κλάϋντ Μπελεκώρτ

Η οργάνωση ιδρύθηκε μετά από συνέλευση 150 περίπου νεαρών (από τους συνολικά 20.000 αυτόχθονες που ζούσαν στις αστικές περιοχές της Μινεάπολης) στην περιοχή της Franklin Avenue, οι οποίοι, ακολουθώντας το παράδειγμα των αφροαμερικανών, αυτοπροσδιορίστηκαν ως «Συμμαχία των ενδιαφερομένων Αμερικανών Ινδιάνων» («Concerned Indian American Coalition») και έθεσαν άμεσο στόχο τους την δυναμική απάντηση στις πολύμορφες επιθέσεις και την αστυνομική βία που αντιμετώπιζε το έθνος τους, με οργάνωση περίπολων προστασίας των ομοεθνών τους, δημιουργία αντιθεσμών αλληλοβοήθειας και αυτοοργάνωσης και ανάπτυξη πολιτικής δράσης με σκοπό την απελευθέρωση των «πρώτων εθνών» και την παλινόρθωση της πολιτισμικής τους ταυτότητας. Με την ίδρυση της οργάνωσης και την υιοθεσία του νέου ονόματος («Κίνημα των Αμερικανών Ινδιάνων», «American Indian Movement», AIM) ορίστηκαν ηγέτες της οι Κλάϋντ Μπελεκώρτ (πρώτος πρόεδρος της οργάνωσης, Clyde Bellecourt, 1939 – ), Ντένις Μπανκς (πρώτος υπεύθυνος οργανωτικού, Dennis Banks, 1932 – ) και Τζωρτζ Μίτσελ (George Mitchell), και οι τρεις τους πρόσφατα αποφυλακισμένοι από το σωφρονιστικό σύστημα των λευκών, καθώς και οι Έντυ Μπέντον – Μπανάϊ (Eddie Benton-Banai), Χάρολντ Γκούντσκαϊ (Harold Goodsky) και Μαίρυ Τζαίην Ουϊλσον (Mary Jane Wilson), όλοι τους από το έθνος των Τσιπέβα (Chippewa ή Ojibwa).
Το νέο όνομα της οργάνωσης, που εκτός από πολιτικο-κοινωνικό είχε και πνευματικό χαρακτήρα με στροφή στην αυτόχθονα παράδοση και θρησκεία, προτάθηκε από την Ρομπέρτα Ντάουνγουϊντ (Roberta Downwind), καθώς τα αρχικά του (AIM) στην αγγλική παρέπεμπαν («I aim», «στοχεύω») σε συγκροτημένο αγώνα για ένα ελεύθερο και αξιοπρεπές αύριο των «πρώτων εθνών». Τον έντονα πνευματικό χαρακτήρα του ΑΙΜ τόνισε σε κείμενό του τού 1976 ο αδελφός του Κλάϋντ Μπελεκώρτ, Βέρνον (Vernon Bellecourt, ινδιάνικο όνομα Wa Bun – Inini, δηλαδή «Άνδρας της Αυγής», 1936 – 2007), δηλώνοντας ότι όσοι συμμετείχαν στην οργάνωση πρωτίστως την έβλεπαν ως κίνημα πνευματικό.  

ΠΡΩΤΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ

Ως πρώτη δράση του, το AIM, που ως πρώτη σημαία του είχε την αστερόεσσα αντεστραμμένη (Matthiessen, σελ. 36), οργάνωσε περίπολα μελών του στις περιοχές που κατοικούσαν αυτόχθονες, στα οποία οι συμμετέχοντες, που φορούσαν κόκκινα μπουφάν με το έμβλημα του μυθικού «πουλιού της βροντής» («thunderbird»), εντόπιζαν μεθυσμένους ομοεθνείς τους προτού τους συλλάβει η αστυνομία ή εξασφάλιζαν την καλή μεταχείριση όσων συλλαμβάνονταν.


Ντένις Μπανκς

Αμέσως μετά, το ΑΙΜ ίδρυσε δύο δικά του σχολεία (τα «Little Red Schoolhouse» και «Heart of the Earth») για την γνωριμία των νεαρών αυτοχθόνων με την εθνική τους παράδοση, αλλά και την απόσπασή τους από τα σχολεία των κρατούντων, η άθλια φύση των οποίων οδηγούσε τους 2 στους 3 νεαρούς Ινδιάνους να εγκαταλείπουν τις σπουδές τους. Παράλληλα, κατά μίμηση των «Μαύρων Πανθήρων», το ΑΙΜ εγκαινίασε τρία «κοινωνικά προγράμματα» για την στέγαση και την σίτιση των φτωχών ομοεθνών του και την μέριμνα των ηλικιωμένων. Μέχρι το 1970 η ινδιάνικη κοινότητα της Μινεσότα διέθετε επίσης δικό της σύστημα προληπτικής ιατρικής («Indian Health Board») και δικό της κέντρο νομικής υποστήριξης («Legal Rights Center»).
Κατά μίμηση των «Πανθήρων», τα μέλη του ΑΙΜ προσπάθησαν να ισχυροποιήσουν το φρόνημα των ομοεθνών και ομοφύλων τους, υψώνοντας τα σύμβολα της εθνικής τους υπερηφάνειας και κτυπώντας ταυτόχρονα την δουλικότητα ή την τάση για εξαμερικανισμό. Στην θέση του όρου «μπαρμπαθωμάδες» που χρησιμοποιούσαν οι «Πάνθηρες» για να καταγγείλουν τους δουλικούς και ξεπουλημένους ομοφύλους τους, το ΑΙΜ χρησιμοποίησε τον όρο «μπαρμπατομαχώκ» («uncle tomahawks»), καθώς και τον όρο «μήλα» («apples») για να καταγγείλουν του Ινδιάνους που πίσω από την «κόκκινη» όψη τους, στην καρδιά και το μυαλό τους, ήσαν λευκοί όπως οι κατακτητές τους.

ΕΞΑΠΛΩΣΗ

Στα επόμενα τρία χρόνια (1968 – 1971) το ΑIM έκτισε μια εθνική διάσταση, αποκτώντας 40 παραρτήματα στις Η.Π.Α. και τον Καναδά, με πιο δραστήρια εκείνα του Σαν Φραντσίσκο (San Francisco), του Λος Άντζελες (Los Angeles), του Ντένβερ (Denver), του Μιλγουώκι (Milwaukee) και του Κλήβελαντ (Cleveland), ενώ το 1973 έφθασε τα 79 παραρτήματα, εκ των οποίων 8 στον Καναδά: μόνο στην πολιτεία της Οκλαχόμα υπήρχαν 12 παραρτήματα της οργάνωσης. 


Τζων Τρούντελ

Στους αρχικούς ηγέτες της οργάνωσης τώρα είχαν προστεθεί και οι Ράσελ Μηνς (Russell Means, των Oglala Sioux, ιδρυτής του πρώτου παραρτήματος στο Κλήβελαντ το 1969, γεν. 1939), Ρίτσαρντ Όουκς (Richard Oakes, των Mohawk, 1942 – 1972), Τζων Τρούντελ (John Trudell, των Santee Dakota, πρόεδρος όλης της οργάνωσης από το 1974 έως το 1979, γεν. 1946), Κάρτερ Καμπ (Carter Camp, των Ponca, υπεύθυνος οργανωτικού στο Κάνσας και την Οκλαχόμα), Χερμπ Πόουλες (Herb Powless, των Oneida), Τζο Λόκαστ (Joe Locust, των Cherokee, συνιδρυτής του παραρτήματος Ντένβερ του Κολοράντο), Λέοναρντ Πελτιέ (Leonard Peltier, των Metis, 1944 – ), Άννα Μάε Άκουας (Anna Mae Aquash, των Micmac, 1945 – 1975), Νταίηβιντ Χιλ (David Hill, των Choctaw), Σταν Χόλντερ (Stan Holder, των Wichita), Πωλ Τσάατ Σμιθ (Paul Chaat Smith, των Comanche), κ.ά.
Με πρωτοβουλία ή επιρροή από στελέχη του ΑΙΜ, το ευρύτερο κίνημα για τα δικαιώματα των αυτοχθόνων («Κόκκινη Δύναμη», «Red Power»), απέκτησε πολύ σύντομα και τον δικό της «εναλλακτικό» Τύπο με ισχυρότερο εκπρόσωπο την εφημερίδα «Akwesasne Notes» του έθνους των Μοχώκ, που ιδρύθηκε το 1968 και συντονιστικό όργανο την ιδρυθείσα το 1970 «Ένωση Αμερικανινδιάνικου Τύπου» («American Indian Press Association», AIPA) η οποία στην ακμή της (γύρω στο 1973) βρέθηκε να συντονίζει 150 εν συνόλω έντυπα.

ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΕΡΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ

Έχοντας ισχυροποιηθεί αριθμητικά (το 1970 είχε ήδη 5.000 μέλη), το ΑΙΜ επιχείρησε να θέσει τα πολιτικο-κοινωνικά προβλήματα των αυτοχθόνων μέσα από δημόσιες διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις, αλλά και συνεχείς υπενθυμίσεις ότι τα έθνη τους βρίσκονται υπό ξένο ζυγό και τα προγονικά εδάφη τους είναι κατεχόμενα από το αμερικανικό κράτος. 

Η κατάληψη του Αλκατράζ

Η πρώτη δυναμική δημόσια εκδήλωση του ΑΙΜ ήταν η κατάληψη της νήσου του Αλκατράζ (Alcatraz) τον Νοέμβριο του 1969, αίτιο της οποίας ήταν η καταστροφή από πυρκαϊά στις 9 Οκτωβρίου 1969 του ινδιάνικου μορφωτικού κέντρου στο Σαν Φραντσίσκο, που εξυπηρετούσε με διάφορα «προγράμματά» του περίπου 30.000 αυτόχθονες της Καλιφόρνιας. Σχεδιάζοντας να εγκαταστήσουν ένα νέο πολιτισμικό στρατηγείο στο Αλκατράζ, το οποίο οι Ινδιάνοι διεκδικούσαν ήδη από το 1964 βάσει μιας συνθήκης του 19ου αιώνα (Συνθήκη του Fort Laramie, 1868), μερικοί νεαροί αυτόχθονες με αρχηγό τον χαρισματικό Ρίτσαρντ Όουκς κατέλαβαν συμβολικά στις 9 Νοεμβρίου το νησί (ως «terra nullius», όπως χαρακτήριζαν οι εισβολείς χριστιανοί τα εδάφη των εθνικών) και έμειναν εκεί μία ολόκληρη νύχτα. Στις 20 Νοεμβρίου, εκατό περίπου νεαροί αυτόχθονες κατέλαβαν ξανά το νησί και μερικές ημέρες αργότερα έφθασαν εκεί μέλη του ΑΙΜ με επικεφαλής τον εκ των ιδρυτών Ντένις Μπανκς. Είχε αρχίσει πια η θρυλική 19μηνη κατάληψη του Αλκατράζ (20 Νοεμβρίου 1969 – 11 Ιουνίου 1971) που τελικά σταμάτησε βίαια από το αμερικανικό κράτος. Στην κατάληψη, που διέθετε και δικό της ελεύθερο ραδιοσταθμό, το «Radio Free Alcatraz», εκδήλωσαν συμπαράσταση με επισκέψεις τους πολλές προσωπικότητες όπως ο Κουϊν (Anthony Quinn, 1915 – 2001), ο Μπράντο (Marlon Brando, 1924 – 2004), η Φόντα (Jane Fonda, 1937 – ), ο Γκρέγκορυ (Dick Gregory, 1932 – ) κ.ά., ενώ το ροκ συγκρότημα «Creedence Clearwater Revival» πρόσφερε 15.000 δολάρια ως οικονομική ενίσχυση των καταληψιών.

Στις 23 Μαρτίου 1970 δώδεκα μέλη του ΑΙΜ με επικεφαλής τον Ρίτσαρντ Όουκς κατέλαβαν το «Γραφείο Ινδιάνικων Σχέσεων» («Bureau of Indian Affairs», ΒΙΑ) στην Aλαμέντα (Alameda) και μετά από τρεις ώρες παραδόθηκαν ειρηνικά στην αστυνομία που είχε έλθει να τους συλλάβει. Στις 26 Νοεμβρίου 1970, χριστιανική «ημέρα των ευχαριστιών» («Thanksgiving Day»), μέλη του ΑΙΜ με επικεφαλής τον Ράσελ Μηνς κατέλαβαν στο Πλύμουθ της Μασαχουσέτης (Plymouth, Massachusetts) το «Mayflower 2», δηλαδή το αντίγραφο του πλοίου με το οποίο οι πρώτοι λευκοί χριστιανοί άποικοι έφθασαν στην Μασαχουσέτη και εν γένει στην χώρα που προκλητικά ονόμασαν «Νέο Κόσμο». Στην διάρκεια της κατάληψης του «Mayflower 2», τα μέλη του ΑΙΜ ανακήρυξαν την κατάληψη του Αλκατράζ «ζωντανό σύμβολο» της θέλησης των αυτοχθόνων για συλλογικό, ενωτικό και ανένδοτο αγώνα ενάντια στους λευκούς κατακτητές.
Τον Απρίλιο του 1971 ο Ντένις Μπανκς (που 3 μόλις χρόνια πριν την ίδρυση του ΑΙΜ είχε πειστεί από την «μπαρμπατομαχώκ» προπαγάνδα ότι δήθεν οι Ινδιάνοι δεν πρέπει να διαδηλώνουν γιατί οι διαδηλώσεις είναι… συνήθεια των λευκών!) ηγήθηκε αρκετών μελών του ΑΙΜ που κατέλαβαν επί μία εβδομάδα την στρατιωτική βάση του Φορτ Σνέλινγκ (Fort Snelling) στο St. Paul, με σκοπό να ιδρύσουν σχολείο ινδιάνικης επιβίωσης σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριό της. Ενώ βρίσκονταν σε διαπραγμάτευση με τις πολιτικές αρχές, δέχθηκαν την επίθεση των ομοσπονδιακών ειδικών μονάδων «Special Weapons and Tactics» (SWAT), που τους συνέλαβαν. Καθώς τα τοπικά παραρτήματα του ΑΙΜ προέβαιναν και σε άλλες περιοχές σε παρόμοιες συμβολικές καταλήψεις, διάφοροι ρατσιστές λευκοί άρχισαν να χρησιμοποιούν βία κατά των ακτιβιστών του ΑΙΜ. 
Στις 16 Μαϊου 1971 το ΑΙΜ προχώρησε και σε μια δεύτερη κατάληψη αμερικανικής «terra nullius», αυτή την φορά εισβάλλοντας σε μια πρώην βάση του ναυτικού της Μινεάπολης, αλλά δέχθηκε μετά από 5 ημέρες την επίθεση του αμερικανικού κράτους. Παρά την προσπάθεια να αποτρέψουν την δράση χαφιέδων και προβοκατόρων (ο υπεύθυνος ασφαλείας του ΑΙΜ Ντένις Μπόουεν, Dennis Bowen των Seneca του παραρτήματος Κλήβελαντ, επέμενε ότι οι καταληψίες έπρεπε να κυκλοφορούν όλοι ανά τριάδες τουλάχιστον και να μην κινούνται ποτέ μόνοι), ένας τουλάχιστον προβοκάτορας προέβη σε εμπρησμούς. Ακολούθησε στις 21 Μαϊου η επίθεση εκατό περίπου οπλισμένων με ρόπαλα αστυνομικών και μία άγρια μάχη οδοφραγμάτων που τελικά έληξε με την σύλληψη όσων από τους καταληψίες δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν.

Στις 6 Ιουνίου 1971, ζητώντας την εφαρμογή των προβλεπομένων πάντα από την Συνθήκη του Fort Laramie, το ΑΙΜ κατέλαβε σε συνεργασία με τον ιερέα («wichasha wakan») των Λακότα (Lakota) Τζων Φάϊαρ «Κουτσό Ελάφι» (John Fire «Lame Deer», 1903 – 1976), την κορυφή του όρους Ράσμορ (Mount Rushmore) της Νότιας Ντακότα, όπου είναι σκαλισμένες οι μορφές των πρώτων αμερικανών προέδρων, από τον γνωστό γλύπτη Gutzon Borglum (1867 – 1941), μέλος της ρατσιστικής «Κου Κλουξ Κλαν» («Ku Klux Klan», ΚΚΚ). Το «Κουτσό Ελάφι» έθαψε συμβολικά διάφορα ιερά αντικείμενα για να ενεργοποιήσει ξανά την ιερότητα του τόπου, που επί αιώνες ανήκε στους Λακότα και τον κατέλαβαν οι αμερικανοί μετά τον «μεγάλο πόλεμο κατά των Σιού» («The Great Sioux War»,1876 – 1877). Αργότερα όμως την ίδια ημέρα οι άοπλοι καταληψίες απωθήθηκαν από την «Υπηρεσία Εθνικών Παρκών» των Η.Π.Α. («National Park Service») και μηνύθηκαν για «είσοδο σε ξένη περιουσία». Στις 11 Ιουνίου το αμερικανικό κράτος έδωσε τέλος και στην 19μηνη κατάληψη του Αλκατράζ, απομακρύνοντας βίαια τους τελευταίους 15 αυτόχθονες, ενώ ήδη το ΑΙΜ είχε απειλήσει να καταλάβει συμβολικά ακόμα και το Άγαλμα της Ελευθερίας στην Νέα Υόρκη.
Στις 14 Αυγούστου 1971 είκοσι πέντε περίπου μέλη του ΑΙΜ με επικεφαλής τον πρόεδρο του παραρτήματος Μιλγουώκι Χερμπ Πόουλες κατέλαβαν τις εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις της ακτοφυλακής στην εκεί McKinley Beach και ίδρυσαν ένα ινδιάνικο σχολείο για 70 παιδιά, καθώς και ένα κέντρο επανένταξης για αλκοολικούς και αποφυλακισμένους ομοεθνείς τους, ενώ στις 24 Σεπτεμβρίου πενήντα μέλη του ΑΙΜ με επικεφαλής τον Ράσελ Μηνς προσπάθησαν δίχως επιτυχία να καταλάβουν το «Γραφείο Ινδιάνικων Σχέσεων» («Bureau of Indian Affairs», ΒΙΑ) στην Ουάσινγκτον (Washington D.C.) με σκοπό να υλοποιήσουν «πολιτικό ένταλμα σύλληψης» του εχθρικού προς τους αυτόχθονες αξιωματούχου Κρόου (John O. Crow) και μετά από επέμβαση της αστυνομίας συνελήφθησαν 36 από αυτούς. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 27 Σεπτεμβρίου 1971, σαράντα μέλη του παραρτήματος του Ντένβερ με επικεφαλής τον Κλάϋντ Μπελεκώρτ κατέλαβαν αιφνιδιαστικά το Τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου του Κολοράντο («Colorado State University»), διαμαρτυρόμενοι για τις συνεχείς βεβηλώσεις λειψάνων αυτοχθόνων που προέρχονταν από λεηλασίες ινδιάνικων νεκροταφείων (προτού μάλιστα επέμβει η αστυνομία, μερικοί από τους καταληψίες αφαίρεσαν και φυγάδευσαν αρκετά αρχαία λείψανα). Μία ακόμη πετυχημένη κατάληψη με επικεφαλής τον Βέρνον Μπελεκώρτ πραγματοποίησαν τα μέλη του ίδιου παραρτήματος στις 10 Δεκεμβρίου, καταλαμβάνοντας τα τοπικά γραφεία του αμερικανικού «Γραφείου Οικονομικών Ευκαιριών» (ΟΕΟ). 

Τον Ιανουάριο του 1972 ο 51χρονος Ραίημοντ Γιέλοου Θάντερ (Raymond Yellow Thunder, των Lakota), εξευτελίστηκε και κακοποιήθηκε άγρια από τέσσερις λευκούς ρατσιστές στο Γκόρντον της Νεμπράσκα (Gordon, Nebraska), και την επόμενη ημέρα βρέθηκε νεκρός από εγκεφαλική αιμορραγία. Το ΑΙΜ πήρε στα χέρια του την υπόθεση και μετά από μερικές ημέρες, ο Μπανκς έφερε στην πόλη 1.300 περίπου ομοεθνείς του για να διαμαρτυρηθούν για το έγκλημα και να ζητήσουν την τιμωρία των ενόχων, τους οποίους έως τότε η αστυνομία απέφευγε να παραπέμψει στην δικαιοσύνη. Η δίκη έγινε τον επόμενο μήνα και δύο από τους δολοφόνους στάλθηκαν στην φυλακή, όντας οι πρώτοι λευκοί στην ιστορία της Νεμπράσκα που κατέληξαν στα σίδερα για δολοφονία Ινδιάνου, αν και εισέπραξαν τελικά την ελάχιστη ποινή που προβλεπόταν για ανθρωποκτονία, γεγονός που προκάλεσε νέα αντίδραση του ΑΙΜ, το οποίο κατήγγειλε ανοικτά την μεροληψία της «δικαιοσύνης των λευκών», αν και στην ουσία η οργάνωση είχε πετύχει με τον δυναμισμό της κάτι που αδυνατούσαν να κάνουν οι συνεργαζόμενοι με το αμερικανικό κράτος «φυλετικοί αρχηγοί» και οι «μπαρμπατομαχώκς» συνεργάτες τους.
Τον Απρίλιο του 1972, στο συνέδριο όλων των «φυλετικών αρχηγών» του έθνους των Τσιπέβα στην Cass Lake της Μινεσότα, τα μέλη του ΑΙΜ, κρατώντας όπλα, ζήτησαν ανένδοτο αγώνα κατά των κατακτητών και αναστάτωσαν σοβαρά τους «αρχηγούς», πολλοί από τους οποίους έφυγαν από το συνέδριο, ενώ ήδη το κίνημα είχε αναπτύξει ισχυρά την πνευματικοθρησκευτική του διάσταση με τον σαμάνο Φρανκ Φουλς Κρόου (Frank Fools Crow, περ. 1890 – 1989, των Sioux) να αποτελεί τον επίσημο πνευματικό καθοδηγητή του αγώνα. 

Μερικούς μήνες αργότερα, στις 2 Αυγούστου 1972 διεξήχθη το εθνικό συνέδριο του ΑΙΜ στο Pine Ridge της Νότιας Ντακότα με ζητούμενο την ενίσχυση της συνοχής της οργάνωσης. Στην ηγεσία της οργάνωσης, οι Τζωρτζ Μίτσελ (George Mitchell) του παραρτήματος Μπέρκλεϋ και Κλάϋντ Μπελεκώρτ, συνιδρυτής με τον Λόκαστ του παραρτήματος Ντένβερ, αντικατέστησαν τους Μπανκς και Πετίτ (Rob Petite), ενώ την ίδια εποχή πολλά μέλη του ΑΙΜ συμμετείχαν στον «Χορό του Ήλιου» («Sundance») στον καταυλισμό του Ρόουζμπαντ, που διοργάνωναν οι σαμάνοι Χένρυ και Λέοναρντ Κρόου Ντογκ (Henry και Leonard Crow Dog, πατέρας και υιός, από τους οποίους ο πρώτος επανέφερε τις τελετές του πεγιότλ στους Σιού και ο δεύτερος, αφοσιωμένο μέλος του ΑΙΜ, τον «Χορό των Πνευμάτων» στο Γούντεν Νη).
Στις 12 Σεπτεμβρίου 1972 πενήντα περίπου μέλη του ΑΙΜ, με επικεφαλής τους τούς Τζων Τρούντελ και Κάρτερ Καμπ, κατέλαβαν το «Γραφείο Ινδιάνικων Σχέσεων» της Οκλαχόμα, ζητώντας την απομάκρυνση του «κρατικού διευθυντή εκπαίδευσης των Ινδιάνων» και «αρχηγού» των Chickasaw Όβερτον Τζαίημς (Overton James), τον οποίο κατηγορούσαν ότι σπαταλούσε χρήματα που προορίζονταν για την εκπαίδευση των παιδιών των αυτοχθόνων, και την επόμενη ημέρα πέτυχαν το πάγωμα όλων των σχετικών εξόδων μέχρι να οριστεί ένας μηχανισμός καλύτερου ελέγχου.

Διαβάστε περισσότερα»

ΠΗΓΗ: Βλάσης Γ. Ρασσιάς    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου