Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι



Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι (Buenaventura Durruti, Λεόν, 14 Ιουλίου 1896 – Μαδρίτη, 20 Νοεμβρίου 1936).

Ισπανός αναρχικός επαναστάτης και στρατηγός του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, κεντρικό, σχεδόν μυθικό, πρόσωπο του Αναρχισμού της Ιβηρικής στις αρχές του 20ου αιώνα.

Γεννήθηκε από φτωχή οικογένεια ενός σοσιαλιστή εργάτη σιδηροδρόμων το καλοκαίρι του 1896 στο ορεινό Λεόν (Leon) της κεντρικής Ισπανίας, δεύτερος από τα 9 εν συνόλω αγόρια της οικογένειας (ο ένας αδελφός του σκοτώθηκε τον Οκτώβριο του 1934 στην διάρκεια ενός ξεσηκωμού στις Αστούριες, ένας άλλος σκοτώθηκε το 1936 πολεμώντας του φασίστες στην Μαδρίτη και οι υπόλοιποι δολοφονήθηκαν από τους φασίστες). Σε ηλικία 14 ετών ο Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι σταμάτησε το σχολείο και εργάστηκε αρχικά ως σιδεράς δίπλα σε έναν σοσιαλιστή θείο του και στην συνέχεια ως μηχανικός στον σιδηροδρομικό σταθμό του Λεόν. Από την τελευταία θέση συμμετείχε ενεργά στην μεγάλη απεργία των σιδηροδρομικών, η οποία είχε διοργανωθεί από την σοσιαλιστική «Γενική Ένωση Εργαζομένων» («Union General de Trabajadores», UGT) τον Αύγουστο του 1917 και κατέληξε τελικά σε 3ήμερη γενική απεργία, που κατεστάλη με τρομερή αγριότητα από τον στρατό, με τελικό απολογισμό 70 νεκρούς διαδηλωτές, 500 τραυματίες και 2.000 φυλακισμένους χωρίς δίκη ή άλλες τυπικά νόμιμες διαδικασίες.

Για να μην συλληφθεί, ο Ντουρρούτι διέφυγε στην Γαλλία, όπου για δύο περίπου χρόνια εργάστηκε στο Παρίσι ως μηχανικός. Τον Ιανουάριο του 1919 επέστρεψε στην πατρίδα του, εγκαταστάθηκε προσωρινά στις Αστούριες, γράφτηκε στην τοπική αναρχοσυνδικαλιστική «Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας» («Confederacion Nacional del Trabajo», CNT), συνελήφθη τον Μάρτιο του 1919 για την οργανωτική του δράση ανάμεσα στους εργάτες των αστουριανών ορυχείων. Δραπέτευσε μετά από λίγους μήνες και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους έφθασε στο Σαν Σεμπαστιάν της Βασκικής, όπου εργάστηκε ως μεταλλουργός και δραστηριοποιήθηκε στους κόλπους της τοπικής αναρχικής αυτό-αμυντικής ομάδας «Λος Ζουστισιέρος» («Los Justicieros») που σε αντίποινα για τις αλλεπάλληλες δολοφονίες τοπικών αγωνιστών σχεδίαζε να εκτελέσει κατά την εκεί επίσκεψή του τον Αύγουστο του 1920 τον βασιλιά Αλφόνσο τον 13ο. Τα σχέδια της εκτέλεσης έγιναν όμως γνωστά στην αστυνομία και τα μέλη της ομάδας έφυγαν σε διάφορες πόλεις.

Ο Ντουρρούτι κατέληξε τελικά τον Αύγουστο του 1922 στην Καταλωνία, όπου με τους Ολιβέρ (Juan Garcia Oliver), Ασκάσο (Francisco Ascaso) και άλλους ομοϊδεάτες τους ίδρυσαν την ομάδα «Crisol», που σε λίγο εξελίχθηκε στην περίφημη οργάνωση των «Αλληλέγγυων» («Los Solidarios»). Απαντώντας στην κτηνώδη εκείνον τον καιρό καταστολή του αναρχικού κινήματος της Καταλωνίας (στην διάρκεια της οποίας όλοι σχεδόν οι γνωστοί αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές είχαν εκτελεστεί από δολοφόνους «pistoleros» που είχαν προσλάβει οι τοπικοί εργοδότες ή βρίσκονταν στις φυλακές), οι «Αλληλέγγυοι» προσπάθησαν ανεπιτυχώς να ανατινάξουν τα θερινά βασιλικά ανάκτορα και το 1923 συμμετείχαν στην εκτέλεση του καρδινάλιου της Σαραγόσας Χουάν Σολντεβίγια Ρομέρο (Juan Soldevilla y Romero, που υποστήριζε ηθικά και οικονομικά την εξόντωση των αγωνιστών) ως αντίποινα για την δολοφονία καταμεσής του δρόμου του προέδρου της CNT Σαλβαδόρ Σεγκύ (Salvador Segui)

Τον Σεπτέμβριο του 1923 ο στρατηγός Πρίμο ντε Ριβέρα (Primo de Rivera) κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία με την ανοχή του ισπανικού θρόνου και εξαπέλυσε άγριο διωγμό ενάντια σε όλους όσους αγωνίζονταν για την κοινωνική αλλαγή. Εκατοντάδες αγωνιστές δολοφονήθηκαν ή συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν ή καταδικάστηκαν σε πολυετείς φυλακίσεις, εξοντώθηκαν όλοι σχεδόν οι «Αλληλέγγυοι» (που ανάμεσα σε άλλες πράξεις αντίστασης είχαν αποτολμήσει και ένοπλη επίθεση κατά των στρατώνων της Βαρκελώνης) και οι ελάχιστοι επιζήσαντες, ανάμεσα στους οποίους και οι Ασκάσο, Ντουρρούτι και Ολιβέρ διέφυγαν τον Δεκέμβριο του 1924 στην Λατινική Αμερική, περιπλανήθηκαν επί 15 μήνες σε διάφορες χώρες της (κυρίως στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη, την Χιλή, το Μεξικό και την Κούβα) με την αστυνομία συνεχώς επί τα ίχνη τους και στο τέλος επέστρεψαν στην Ευρώπη και τελικά τον Απρίλιο του 1926 ζήτησαν καταφύγιο στο Παρίσι, όπου ήδη ζούσαν και οργανώνονταν εκατοντάδες εξόριστοι Ισπανοί αναρχικοί.

Στο Παρίσι ο Ντουρρούτι άνοιξε ένα βιβλιοπωλείο και γνωρίστηκε με τον εξόριστο Ρώσο αναρχικό Νέστορα Μάχνο. Τον Ιούλιο του 1926 ο βασιλιάς της Ισπανίας και ο δικτάτορας ντε Ριβέρα θα έκαναν επίσκεψη στην πόλη και οι αναρχικοί αποφάσισαν να τους απαγάγουν, όμως τα σχέδιά τους προδόθηκαν και οι Ντουρρούτι και Ασκάσο πιάστηκαν από την αστυνομία, φυλακίστηκαν και μετά από μία θυελλώδη πολιτική δίκη, στην οποία στάθηκε υπέρ των κατηγορουμένων όλη σχεδόν η Γαλλική Αριστερά, απελάθηκαν τελικά τον Ιούλιο του 1927 (γιατί η Αργεντινή, όπου είχαν καταδικαστεί ερήμην σε θάνατο, είχε ήδη ζητήσει επισήμως την έκδοσή τους). Καθώς οι κοντινές χώρες Βέλγιο, Λουξεμβούργο και Γερμανία τούς αρνήθηκαν την χορήγηση πολιτικού ασύλου, μέχρι την πτώση του Αλφόνσου του 13ου τον Απρίλιο του 1931 έζησαν την συνεχή περιπλάνηση σε καθεστώς πότε ημιπαρανομίας και πότε πλήρους παρανομίας. Φοβούμενοι να δεχθούν το πολιτικό άσυλο που τους είχε χορηγήσει επιδεικτικά η Σοβιετική Ρωσία (η οποία είχε εξοντώσει αμέτρητους Ρώσους αναρχικούς), για ένα διάστημα επέστρεψαν στο Παρίσι και την Λυών, πιάστηκαν από την αστυνομία και εξέτισαν 6μηνη ποινή φυλάκισης, διέφυγαν μετά στο Βέλγιο, κυνηγήθηκαν και από εκεί και ο Ντουρρούτι έζησε κρυφά για λίγους μήνες στο Βερολίνο, στο σπίτι του ομοϊδεάτη του Αουγκουστίν Σούχι (Augustin Souchy) και στην συνέχεια νόμιμα στο Βέλγιο, όπου υπό τις πιέσεις της Αριστεράς δόθηκε τελικά άδεια παραμονής τόσο στον ίδιο όσο και τον Ασκάσο.

Με την πτώση της ισπανικής μοναρχίας το 1931, ο Ντουρρούτι επέστρεψε στην Βαρκελώνη μαζί με την γαλλίδα σύντροφό του Εμιλιέν (Emilienne), ήδη έγκυο στην κόρη τους Κολέτ (Colette) και εντάχθηκε στην πανίσχυρη τότε «Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία» («Federacion Anarquista Iberica», FAI, που είχε ιδρυθεί μυστικά τον Ιούλιο του 1927 στην Βαλένθια, ως συντονιστικό όργανο όλων των ανά την Ισπανία ομάδων και οργανώσεων), ιδρύοντας παράλληλα την «ομάδα συγγένειας» («grupo de afinidad») «Εμείς» («Nosotros») με αδιάλλακτους αγωνιστές της CNT, που δεν έτρεφαν ψευδαισθήσεις για τα όρια της δημοκρατικής κυβέρνησης σε ό,τι αφορά τις κοινωνικές αλλαγές και ενίσχυαν με κάθε μέσο τις άγριες απεργίες και την εργατική αυτό-οργάνωση, ακόμα και με χρηματοδότηση από ληστείες τραπεζών. Την πρωτομαγιά του 1931 πραγματοποιήθηκε από την CNT Βαρκελώνης μία τεράστια επαναστατική διαδήλωση 100.000 ανθρώπων με αίτημα άμεσες κοινωνικές αλλαγές και απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων. Η διαδήλωση διαλύθηκε βίαια από την «Guardia Civil» (δηλαδή την πολιτοφυλακή) και τον στρατό, με νεκρούς και τραυματίες, ωστόσο σε κάποια στιγμή ο Ντουρρούτι κατόρθωσε να πείσει στρατιώτες να στρέψουν τα όπλα τους κατά της πολιτοφυλακής.

Τον Ιούλιο του 1931 έγινε στην Μαδρίτη ένα συνέδριο για ανασυγκρότηση της CNT, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να αποχωρήσουν οι «μετριοπαθείς» και να ιδρύσουν το θνησιγενές «Συνδικαλιστικό Κόμμα», ενώ σε όλη την χώρα ξεσπούσαν μία μετά την άλλη άγριες απεργίες, τις οποίες η δημοκρατική κυβέρνηση αντιμετώπιζε όπως ακριβώς η δικτατορία: μόνο στην Σεβίλλη σκοτώθηκαν από την αστυνομία 30 απεργοί και τραυματίστηκαν 300.
Τον Δεκέμβριο του 1931 γεννήθηκε η κόρη του Κολέτ, την οποία δεν πρόλαβε να χαρεί, καθώς τον Ιανουάριο του 1932 συνελήφθηκε μαζί με άλλους 120 περίπου Καταλανούς συντρόφους του και στάλθηκε σε κάτεργα στις Κανάριες Νήσους, στο Πουέρτο Κάμπρα και το νησί του Φουερτεβεντούρα. Οι κινητοποιήσεις της CNT και της υπόλοιπης επαναστατικής Αριστεράς (κυρίως του τροτσκιστικού «Εργατικού Κόμματος Μαρξιστικής Ενοποίησης», ΡΟUM) πέτυχαν την απελευθέρωσή τους τον Σεπτέμβριο, αλλά σχεδόν αμέσως ο Ντουρρούτι συνελήφθη ξανά και φυλακίστηκε για 2 ακόμα μήνες στην προσπάθεια της κυβέρνησης να διαλυθεί η CNT. Εργάστηκε για λίγο σε εργοστάσιο της Βαρκελώνης, οργανώθηκε στο συνδικάτο των εργατών υφαντουργίας, έκανε δημόσιες ομιλίες σε εργατικές συγκεντρώσεις, όμως τον Ιανουάριο του 1933 επιχειρήθηκε εξέγερση των αναρχικών, η οποία για μία ακόμα φορά έφερε τον Ντουρρούτι στην παρανομία: Συνελήφθη τελικά στα τέλη του Μαρτίου, έμεινε στην φυλακή μέχρι τον Ιούλιο και επέστρεψε ξανά στην φυλακή του Μπούρχος μετά από μία ακόμα απόπειρα γενικής απεργίας και εξέγερσης τον Δεκέμβριο. Τον Μάϊο του 1934 δόθηκε αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους, ακολούθησε μία ακόμα φυλάκιση από τις 5 Οκτωβρίου 1934 έως τα μέσα του 1935, ενώ στα μεσοδιαστήματα ο Ντουρρούτι ασκούσε απτόητος διαρκή και πολύπλευρη επαναστατική δράση, ανώτερη στιγμή της οποίας ήταν η «μεταφορά αλληλεγγύης» χιλιάδων πεινασμένων παιδιών απεργών της Αραγωνίας στην Βαρκελώνη για να ζήσουν με την φροντίδα οργανωμένων στην κοινωνική αντίσταση εργατικών οικογενειών.
Σε αρκετές περιοχές της Ισπανίας, όπου οι αναρχικοί και το ΡΟUM είχαν μεγάλη ισχύ, ο παλαιός κόσμος δεχόταν αλλεπάλληλες επιθέσεις, τις οποίες όμως πάντοτε τιμωρούσε η «δημοκρατική» κυβέρνηση με την βία των όπλων: τουλάχιστον 1.300 εργάτες και ανθρακωρύχοι είχαν σκοτωθεί, 4.000 είχαν τραυματιστεί σοβαρά από τους στρατιώτες του στρατηγού Φράνκο (του ίδιου που αργότερα θα ξεκινήσει τον εμφύλιο πόλεμο και μετά θα εγκαθιδρύσει φασιστική κυβέρνηση έως την δεκαετία του 1970) ενώ μόνο το δίμηνο Οκτωβρίου – Νοεμβρίου 1934 είχαν φυλακιστεί στις Αστούριες 30.000 εργάτες. Από την πλευρά τους οι επαναστάτες κτυπούσαν σχεδόν καθημερινά στόχους που ανήκαν στο παλιό καθεστώς, κυρίως στην χριστιανική θεοκρατία: αρκετοί θεοκράτες είχαν πυροβοληθεί και δεκάδες εκκλησίες και επισκοπικά ανάκτορα είχαν πυρποληθεί. Εκείνη ακριβώς την εποχή οργανώθηκε το φασιστικό κόμμα «Η Φάλαγγα», κυρίως από γόνους πλούσιων οικογενειών, χρηματοδοτημένο αφειδώς από τους θεοκράτες και την αριστοκρατία.

Τον Σεπτέμβριο του 1935 ο Ντουρρούτι φυλακίστηκε για μία ακόμα φορά στις φυλακές «El Puerto de Santa Maria» του Καντίζ, ωστόσο η κουραστική εναλλαγή των ημερών φυλακής με ημέρες επαναστατικής δράσης τελείωσε για τον Ντουρρούτι τον Φεβρουάριο του 1936, όταν ο πολιτικός συνασπισμός «Λαϊκό Μέτωπο» («Frente Popular»), που υποστηρίχθηκε και με την ψήφο των αναρχικών της CNT, θριάμβευσε στις κοινοβουλευτικές εκλογές. Την πρωτομαγιά του 1936 άρχισαν στην Σαραγόσα (Zaragoza, Saragossa) οι εργασίες του 4ου συνεδρίου της CNT με συμμετοχή 700 αντιπροσώπων, στο οποίο καταγγέλθηκε η συνωμοσία των φασιστών και των στρατιωτικών ενάντια στην εκλεγμένη κυβέρνηση του «Λαϊκού Μετώπου» που όμως έδειχνε ανίκανη να τους πατάξει. Οι Ντουρρούτι και Ασκάσο συμμετείχαν σε ειδική επιτροπή που ζήτησε από την κυβέρνηση άδεια για να οπλιστεί ο λαός κατά των φασιστών, όμως δεν κατάφερε παρά να αποσπάσει ανούσια λόγια, εγκώμια και ευχολόγια. Μετά από αυτό, οι Ντουρρούτι και Ασκάσο εισηγήθηκαν στην CNT να οπλίσει μόνη της τον λαό με κάθε τρόπο, ακόμα και με αρπαγές όπλων από εμπορικά πλοία που ήσαν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Βαρκελώνης.
Στις 11 Ιουλίου 1936 άρχισε ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος όταν μία ένοπλη ομάδα «φαλαγγιτών» κατέλαβε τον ραδιοφωνικό σταθμό της Βαλένθια και μετέδωσε την εμπρηστική ανακοίνωση «Εδώ Ράδιο Βαλένθια! Η Ισπανική Φάλαγγα κατέλαβε τον ραδιοφωνικό σταθμό με τη δύναμη των όπλων της και αύριο θα συμβεί το ίδιο σε όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Ισπανίας». Έξι ημέρες αργότερα, στις 17 Ιουλίου 1936 και με την υποστήριξη της Φάλαγγας, της Εκκλησίας, των γαιοκτημόνων, των αριστοκρατών και των κεφαλαιούχων, ο στρατηγός Φράνκο ανέλαβε την ηγεσία της στρατιάς του ισπανικού Μαρόκου και της εκεί Λεγεώνας των Ξένων και κάλεσε «τον στρατό και το έθνος» να συνταχθούν στο πλευρό του για την εγκαθίδρυση εθνικιστικού κράτους στην Ισπανία, προκαλώντας τις επόμενες ημέρες την ανταρσία 50 στρατιωτικών σωμάτων κατά της δημοκρατικής κυβέρνησης.



Στη Βαρκελώνη η στρατιωτική ανταρσία ξέσπασε την Κυριακή 19 Ιουλίου, αλλά εξουδετερώθηκε σχεδόν ακαριαία από τον ήδη οπλισμένο λαό που βγήκε στους δρόμους στις 5 το πρωϊ (μη έχοντας ακόμα αναρρώσει από μία εγχείριση κήλης, ο Ντουρρούτι χρειάστηκε να φύγει από τον νοσοκομείο και να ενωθεί με τους ένοπλους εργάτες στα οδοφράγματα). Την ίδια κιόλας νύκτα οι αναρχικοί της CNT – FAI και οι τροτσκιστές του POUM επιτάξανε κρατικά οχήματα, λεηλάτησαν στρατιωτικές αποθήκες και οπλίστηκαν με τουφέκια και δυναμίτες και στις 20 Ιουλίου οι πρώτοι, με επικεφαλής τους Ντουρρούτι και Ασκάσο επετέθηκαν στον στρατώνα Αταρανθάρας (Ataranzaras) και στο οχυρωμένο από τους φασίστες ξενοδοχείο Κολόν (Colon) και μετά από σφοδρή μάχη υποχρέωσαν τους φασίστες να παραδοθούν. Η ανταρσία των φασιστών εξουδετερώθηκε, όμως στην επίθεση κατά του στρατώνα Αταρανθάρας έχασε την ζωή του ο Ασκάσο, επί σειρά ετών αδελφικός φίλος, συναγωνιστής και εν όπλοις σύντροφος του Ντουρρούτι.

Στις 21 Ιουλίου ο πρόεδρος της Καταλωνίας Κομπάνυς (Companys) κάλεσε τον γραμματέα της CNT Γκαρθία Ολιβέρ και τον Ντουρρούτι («που κάθισαν απέναντί του με τα τουφέκια ανάμεσα στα γόνατά τους, με τα ρούχα τους ακόμα σκονισμένα από τις μάχες και με τις καρδιές τους βαριές από τον θάνατο του Ασκάσο» σύμφωνα με τα λόγια του Hugh Thomas), παραδέχθηκε το ότι οι αναρχικοί ήσαν πλέον οι νόμιμοι κύριοι όχι μόνο της Βαρκελώνης αλά και ολόκληρης της επαρχίας και τους παρακάλεσε να συμμετάσχουν στην νέα καταλανική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα ο Ολιβέρ να γίνει παγκοσμίως ο πρώτος αναρχικός υπουργός Δικαιοσύνης. Πέρα από την κυβέρνηση όμως, τον ουσιαστικό έλεγχο των πραγμάτων είχε η «Αντιφασιστική Επιτροπή Πολιτοφυλακής», στελεχωμένη από μέλη της CNT - FΑΙ, της UGT και του ΡΟUΜ, η οποία ανέθεσε στον Ντουρρούτι να οργανώσει ένα ένοπλο αντιφασιστικό σώμα, την περίφημη «Ταξιαρχία Ντουρρούτι» δύναμης χιλίων εθελοντών μαχητών, που όμως αργότερα σχεδόν δεκαπλασιάστηκαν. Ο Ντουρρούτι δήλωνε τότε: «Υπήρξα αναρχικός σε όλη μου την ζωή και ελπίζω ότι είμαι και τώρα, αφού θα το θεωρούσα πράγματι πολύ θλιβερό να καταντούσα ένας στρατηγός που εξουσιάζει ανθρώπους με στρατιωτική πυγμή... Πιστεύω όπως πάντα στην ελευθερία, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά στην αίσθηση ευθύνης. Θεωρώ την πειθαρχία απαραίτητη, αλλά θα πρέπει αυτή να είναι μία αυτοπειθαρχία, μία αυτοπειθαρχία την οποία θα εμπνέει ένας κοινός σκοπός και ένα ισχυρό αίσθημα συντροφικότητας».

Στις 23 Ιουλίου 1936 η «Ταξιαρχία Ντουρρούτι» εξαπέλυσε επίθεση κατά των φασιστών της Αραγωνίας και μέσα σε λίγες ημέρες βρισκόταν έξω από τη Σαραγόσα, όμως ανέκοψε την προέλαση της όταν ο διορισμένος από την Μαδρίτη αρχηγός των δημοκρατικών δυνάμεων στο μέτωπο της Αραγωνίας Βιλάλμπα (Villalba) έπεισε τον Ντουρρούτι ότι υπήρχε κίνδυνος να αποκοπεί απ' τις άλλες ταξιαρχίες. Η «Ταξιαρχία Ντουρρούτι» επανέλαβε ωστόσο αργότερα την επίθεσή της κατά της πόλης, στην διάρκεια της οποίας έγινε στάχτη ο καθεδρικός της ναός. Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει εκείνες τις μέρες στην Έμμα Γκόλντμαν, ο Ντουρρούτι είχε πει: «ίσως επιζήσουν μόνο 100 από εμάς, αλλά ακόμα και τόσο λίγοι θα μπούμε στη Σαραγόσα, θα καταστρέψουμε τον Φασισμό και θα ανακηρύξουμε τον Ελευθεριακό Κομμουνισμό. Θα είμαι ο πρώτος που θα μπει. Θα ανακηρύξουμε την ελεύθερη κομμούνα, δεν θα υποταχθούμε ούτε στην Μαδρίτη ,ούτε στην Βαρκελώνη, ούτε στον Αθάνια, ούτε στον Κομπάνυς και επίσης θα δείξουμε σε σας τους μπολσεβίκους πώς γίνεται μια πραγματική επανάσταση».

Η Σαραγόσα τελικά απελευθερώθηκε στις αρχές του Σεπτεμβρίου και η «Ταξιαρχία Ντουρρούτι» καθάρισε όλη την Αραγωνία από τους φασιστικούς θύλακες και οργάνωσε παντού την αυτοδιεύθυνση των εργατών και τον κολλεκτιβισμό των αγροτών (τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της αραγωνέζικης γης ελέγχονταν τώρα από 450 περίπου κολλεκτίβες). Σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Pierre van Paasen της εφημερίδας «Toronto Star», ο Ντουρρούτι δήλωσε: «Θέλουμε να τσακίσουμε τον Φασισμό διαπαντός και μάλιστα παρά την θέληση της κυβέρνησης... Καμμία κυβέρνηση σε όλον τον κόσμο δεν είναι διατεθειμένη να πολεμήσει μέχρι θανάτου τον Φασισμό. Κάθε φορά που οι κρατούντες βλέπουν την εξουσία να γλιστράει από τα χέρια τους, καταφεύγουν στον Φασισμό για να την διατηρήσουν. Η φιλελεύθερη κυβέρνηση της Ισπανίας θα μπορούσε προ πολλού να είχε αχρηστέψει τα φασιστικά στοιχεία, όμως αντί να το πράξει συμβιβάστηκε και ακόμα και αυτή την στιγμή υπάρχουν στελέχη της που προσπαθούν να τα βρουν με τους στασιαστές… Εμείς θέλουμε την επανάσταση εδώ και τώρα, όχι μετά από τον επόμενο ευρωπαϊκό πόλεμο. Τρομάζουμε τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι πολύ περισσότερο από όσο ολόκληρος ο Κόκκινος Στρατός της Ρωσίας, γιατί δείχνουμε στην εργατική τάξη της Γερμανίας και της Ιταλίας πώς πρέπει να απαντήσει στον Φασισμό… Δεν περιμένουμε βοήθεια από καμμία κυβέρνηση στον κόσμο ολόκληρο… καμμία βοήθεια, ούτε καν από την δική μας… Πάντοτε ζήσαμε σε άθλιους οικισμούς και σε τρύπες, άρα ξέρουμε πώς μπορούμε να επιβιώσουμε για κάποιον καιρό. Δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι μόνο εμείς μπορούμε και κτίζουμε, εμείς οι εργάτες κτίσαμε τα παλάτια και τις πόλεις στην Ισπανία και στην Αμερική και παντού. Εμείς λοιπόν οι εργάτες μπορούμε να κτίσουμε άλλα στην θέση τους. Και ακόμα καλύτερα! Σε κάθε περίπτωση εμείς δεν φοβόμαστε τα ερείπια... κουβαλάμε έναν καινούργιο κόσμο εδώ, στις καρδιές μας. Είναι αυτός ο κόσμος που μεγαλώνει αυτήν εδώ την στιγμή».

Στις αρχές Νοεμβρίου του 1936 ο Φράνκο εξαπέλυσε την μεγάλη του επίθεση εναντίον της Μαδρίτης με 4 φασιστικές στρατιές που καλύπτονταν από γερμανικά και ιταλικά βομβαρδιστικά, τα οποία είχαν στείλει τα όμοιας ιδεολογίας καθεστώτα των δύο χωρών. Αποκομμένη από την υπόλοιπη Ισπανία, η πόλη βομβαρδιζόταν νυχθημερόν από τις 16 του μηνός, με 300 νεκρούς κατά μέσον όρο ανά ημέρα, ο Φράνκο δήλωνε κυνικά ότι προτιμά να την εξαφανίσει από τον χάρτη από το να την αφήσει «στα χέρια των μαρξιστών», ενώ η ναζιστική «Λεγεώνα Κόνδωρ» είχε προσφερθεί να εισχωρήσει στην Μαδρίτη, να κυριεύει το ένα οικοδομικό τετράγωνο μετά το άλλο και να το πυρπολεί. Για να ενισχύσει λοιπόν την άμυνα της Μαδρίτης, ο Ντουρρούτι αποφάσισε μετά από εισήγηση των ομοϊδεατών του Ολιβέρ και Φεντερίκα Μοντσένυ (Federica Montseny) να αποσπάσει από την Αραγωνία 4.000 άνδρες του και να τους οδηγήσει ο ίδιος στην πολιορκημένη πόλη, στην οποία εισήλθε τελικά στις 15 Νοεμβρίου.

Μόλις τέσσερις ημέρες μετά, γύρω στις 2 το μεσημέρι της 19ης Νοεμβρίου 1936, ενώ ο Ντουρρούτι συντόνιζε μία επιχείρηση κατά των φασιστών που κρατούσαν το Κλινικό Νοσοκομείο, κτυπήθηκε στο στήθος από μία σφαίρα φρανκιστών (κατά την έγκυρη αφήγηση του Abel Paz) και μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε ένα πρόχειρο νοσοκομείο, όπου εξέπνευσε από «πλευρική αιμορραγία» πριν την αυγή της επόμενης ημέρας. Άλλες εκδοχές για τον θάνατό του ήταν ότι η σφαίρα προερχόταν από το όπλο ενός αναρχικού που εκπυρσοκρότησε από λάθος χειρισμό ή ότι προερχόταν από το όπλο του Γάλλου σταλινικού κομμουνιστή Αντρέ Μαρτύ της κομμουνιστικής «Διεθνούς Ταξιαρχίας».

Το νεκρό σώμα του μεγάλου, αδιάφθορου και ακούραστου επαναστάτη, τον οποίο η Μοντσένυ περιέγραψε ως «άνδρα με σώμα Ηρακλή, με μάτια μικρού παιδιού και ημιάγριο πρόσωπο», στάλθηκε στην Βαρκελώνη, για να ταφεί στο νεκροταφείο Montjuich, δίπλα στον συναγωνιστή του Ασκάσο και τον παλαιότερο μάρτυρα του ελευθέρου πνεύματος και του Αναρχισμού Φραντσέσκο Φερρέρ. Την ημέρα της κηδείας του, στις 23 Νοεμβρίου 1936, περίπου 300.000 (κατ’ άλλους 500.000) άνθρωποι όλων των ηλικιών με υψωμένη την γροθιά αποχαιρέτησαν τον αγνό και σχεδόν μυθικό καθοδηγητή τους με ένα πρωτοφανές για την συγκεκριμένη εποχή και την συγκεκριμένη χώρα λαϊκό προσκύνημα. Όταν ξεκίνησε η νεκρική πομπή από τα γραφεία της τοπικής επιτροπής της CNT – FAI, η μπάντα έπαιξε τον ύμνο των αναρχικών «Παιδιά του λαού» και πάνω από τον τάφο εκφώνησε έναν συγκλονιστικό επικήδειο ο Γκαρθία Ολιβέρ, επί πολλά χρόνια σύντροφος και συμμαχητής του και, εκείνη την εποχή, υπουργός Δικαιοσύνης μίας κυβέρνησης που σε λίγο θα διαλυόταν από τα όπλα των φασιστών.

ΣΧΕΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Thomas Hugh, «La Guerra Civil Espanola», Madrid, 1979

Paz Abel, «Ντουρρούτι: Κοινωνική επανάσταση στην Ισπανία 1896 – 1936», 2 τόμοι, Αθήνα, 1978 

Μόρροου Φέλιξ, «Επανάσταση και αντεπανάσταση στην Ισπανία», Αθήνα, 1977  
  
Enzensberger Hans Magnus  «Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας», Αθήνα, 1992


Πηγή: Βλάσης Γ. Ρασσιάς   

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Να θέσουμε σε λειτουργία τα ανθρώπινα μυαλά



Το να είσαι επαναστάτης, δεν σημαίνει να κάνεις κάποια «επανάσταση», όσο το να κάνεις κι άλλους ανθρώπους ν’ ασπαστούν τις απόψεις σου. Το σύστημα γνωρίζοντάς το αυτό, από την αντίθετη βέβαια σκοπιά, έχει δώσει το μεγαλύτερο βάρος της δύναμής του στο να ελέγξει απόλυτα τα μαζικά μέσα πληροφόρησης, κίνησης ιδεών, προπαγανδισμού και κουλτούρας. Έτσι κάθε παιδί που γεννιέται, έχει να αντιμετωπίσει μια υποχρεωτική «γαλούχηση» από τα χοντρά ψέμματα του κρατικού συντονισμένου σύννεφου των Μαζικών Μέσων, με απώτερο στόχο να βιαστεί όσο γίνεται αποτελεσματικώτερα η ταυτότητά του, η συνείδησή του, ο τρόπος σκέψης του.

Οι ριζοσπαστικές πολιτικές κινήσεις, έχουν υποχρέωση να σύρουν άτομα, έξω από το τέλμα της κρετινοποίησης. Βασική γραμμή πρέπει να είναι το ξήλωμα του συστήματος «έτοιμων εξηγήσεων» που προωθείται από το σύστημα. Και αυτό το πράγμα δεν πετυχαίνεται με κανένα ετοιματζήδικο τρόπο «άμεσων αποτελεσμάτων», αλλά με την αποτελεσματική αντιπαράθεση του δικού μας συστήματος πληροφόρησης δηλαδή της δικής μας αλήθειας, απέναντι στα ψέμματα του συστήματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο πολύς κόσμος απεχθάνεται τις απότομες αλλαγές, εκτός δε ότι τις παρακολουθεί -ή έχει μάθει να τις παρακολουθεί- ως θεατής και μόνο. Πρέπει να προωθήσουμε ένα μονάχα σχέδιο: το να βάλουμε μπροστά, να θέσουμε δηλαδή σε λειτουργία, τα ανθρώπινα μυαλά, πληροφορώντας τα με αλήθεια, καλλιεργώντας τους την σωστή κρίση και αφήνοντάς τα μετά να κάνουν τις δικές τους εκτιμήσεις και επιλογές. Πρέπει να ΚΑΤΑΡΓΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟ-ΚΑΤ ΑΛΗΘΕΙΕΣ και τις ετοιματζήδικες εξηγήσεις.

Πηγή: (Από κείμενο με τίτλο "ΚΕΝΤΡΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ" που δημοσιεύθηκε σε 3 μέρη στα τεύχη 1 - 3 της «Ανοιχτής Πόλης» 1980-1981. Το κείμενο συνέθεσε ο Βλάσης Ρασσιάς για λογαριασμό της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού) http://freepsyche.blogspot.com/2008/06/blog-post_09.html

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Η πρώτη μεγάλη νίκη των αναρχικών και ο παραμορφωτικός φακός των ΜΜΕ



Η χθεσινή μέρα ήταν μια ήττα της αστικής δημοκρατίας από πολλές πλευρές. Δεν θα σταθώ στο γεγονός πως μία κυβέρνηση έχει διορίσει έναν τραπεζίτη πρωθυπουργό χωρίς να τον έχει εκλέξει ο λαός. Ούτε πως το κόμμα που έχει διορίσει αυτόν τον πρωθυπουργό έχει χάσει ήδη την κοινοβουλευτική πλειοψηφία (αρχή της δεδηλωμένης) και παρόλα αυτά κυβερνά.
Όμως δεν μπορώ να κλείσω τα μάτια στο γεγονός πως από την αρχή της πάνδημης διαμαρτυρίας τον περασμένο Μάιο, χθες, οι πολίτες επέλεξαν ως προστάτες τους όχι αυτούς που πληρώνουν για να το κάνουν και είναι θεσμικά κατοχυρωμένος ο ρόλος τους, αλλά τους αναρχικούς. Ούτε να μην ανοιγοκλείνω έκπληκτος τα μάτια όταν βλέπω και διαβάζω πως αυτό που έμεινε από τη χθεσινή μεγαλειώδη συγκέντρωση του πλήθους είναι οι στάχτες κτηρίων και τραπεζών.
Ας γίνω πιο συγκεκριμένος. Χθες το μεσημέρι, σε αντίθεση με όλες τις δεκάδες συγκεντρώσεις που έγιναν τους τελευταίους 10 μήνες, ο κόσμος δεν μαζεύτηκε στο Σύνταγμα δυο ώρες μετά το κάλεσμα. Ενώ άλλες φορές το κάλεσμα ήταν στις 5 κι οι περισσότεροι έρχονταν από τις 6μισι και μετά, είχε συμβεί το μοναδικό να είναι γεμάτο κόσμο ήδη από τις 5 παρά. Στις 5μισι δεν έπεφτε καρφίτσα ούτε στο Σύνταγμα, ούτε στους γύρω δρόμους ενώ ήδη υπήρχαν και κάποιες χιλιάδες κόσμου του ΠΑΜΕ στην Ομόνοια και στην Ακρόπολη και συνεχώς κατέφθανε κόσμος τόσο από την Ομόνοια, όσο και από τους σταθμούς του Μετρό Μοναστηράκι και Ακρόπολη (ένα ακόμα πεντακάθαρο σημάδι πως η κυβέρνηση φοβόταν την λαϊκή αντίδραση και ήθελε απεγνωσμένα να δυσκολέψει την πρόσβαση του κόσμου ήταν πως ενώ είχε ήδη κλείσει τους σταθμούς Μετρό Σύνταγμα, Πανεπιστήμιο και Ευαγγελισμός, μετά από εντολές έκλεισε αδικαιολόγητα και το Μετρό Ακρόπολη ώστε η πρόσβαση να γίνει ακόμα δυσκολότερη!).
Μέχρι τις 5μισι λοιπόν τα πράγματα ήταν όμορφα, ειρηνικά και θα μπορούσε να πει κάποιος πως η δημοκρατία γιόρταζε σε όλο της το μεγαλείο. Όμως, εντελώς απρόκλητα και απροκάλυπτα, οι δυνάμεις καταστολής άρχισαν να ρίχνουν χημικά στο πλήθος, αδιακρίτως, για να προκαλέσουν την διάλυσή του προτού ακόμα φτάσει η συγκέντρωση στο ζενίθ της. Δεν είναι τυχαίο πως τα παπαγαλάκια του Σκάι ανέφεραν πως ο κόσμος φεύγει από το Σύνταγμα κι η ώρα δεν ήταν ούτε 6 ακόμα. Η προσπάθεια τρομοκράτησης τόσο από τα ηλεκτρονικά μέσα όσο και από τις εφημερίδες είχε ξεκινήσει δυο μέρες πριν και αρκούσε να παρακολουθήσει κάποιος τηλεόραση ή να δει τα πρωτοσέλιδα στα περίπτερα. Οι Γλέζος και Θεοδωράκης ήταν μόνο τα επώνυμα παραδείγματα αυτών που δέχθηκαν τα χημικά, αλλά οι χιλιάδες του κόσμου ξέρουν να μιλήσουν για το αίσθημα ασφυξίας καλύτερα από όλους.
Και τότε, συνέβη το αναπάντεχο. Μια ομάδα μαυροντυμένων από την Πανεπιστημίου ξεκίνησε να φωνάζει συνθήματα και να κατευθύνεται προς τα εκεί όπου τα ΜΑΤ έδιωχναν με το έτσι θέλω τον κόσμο. Ο κόσμος παραμέρισε, άρχισε να τους χειροκροτεί και να τους φωνάζει «μπράβο», «γαμήστε τους», «επάνω τους» και άλλα τέτοια ενώ με τη σειρά τους οι αναρχικοί τους έλεγαν «ελάτε μαζί μας». Πραγματικά, όταν όλος ο κόσμος σε χειροκροτεί, και σου συμπαραστέκεται δεν μπορείς παρά να ακολουθήσεις με μεγαλύτερη ορμή αυτό που ήθελες εξαρχής να κάνεις. Το ίδιο συνέβηκε κι όταν μετά από νέα χημική επίθεση των ΜΑΤ ο κόσμος κατέβαινε έντρομος την Πανεπιστημίου και άνθρωποι έπεφταν κάτω (μάρτυρες και ο κόσμος και τα ασθενοφόρα ή τα μηχανάκια του ΕΚΑΒ που μάζευαν όσους δεν άντεξαν την επίθεση). Και το απόγειο αυτής της κατάστασης συνέβηκε όταν άρχισε η πυρπόληση των Starbucks στην Κοραή. Ένα χειροκρότημα και ζητωκραυγές από την Κλαυθμώνος, την Σταδίου και την Πανεπιστημίου γέμισε τον χώρο. Στις καταστροφές στις τράπεζες ο κόσμος, που δεν συμμετείχε ενεργά στις μάχες, χτυπούσε ρυθμικά τα κάγκελα της Σταδίου κάνοντας θόρυβο και αρκετοί 40άρηδες και 50άρηδες οικογενειάρχες μάζευαν μάρμαρα και τα έδιναν στους αναρχικούς που είχαν αναλάβει την κατά μέτωπο επίθεση.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Από τη στιγμή που άρχισε η επίθεση των δυνάμεων καταστολής στις 5μισι ώρα, μέχρι και αργότερα το σύνθημα που μονοπωλούσε τα χείλη των χιλιάδων διαδηλωτών ήταν το γνωστό «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι» και όχι συνθήματα για το μνημόνιο ή την οικονομική πολιτική. Η οργή του κόσμου για την αντιμετώπιση που είχε από όσους, υποτίθεται, τον προστατεύουν είχε ξεχειλίσει. Στο Μοναστηράκι χτυπούσαν τις καμπάνες, όλοι οι δρόμοι που ορίζονται από την Ακρόπολη, την Αθηνάς, την Ομόνοια, την Ακαδημίας και το Σύνταγμα ήταν γεμάτοι κόσμο που αρνούνταν να φύγει. Από όπου και να προσπαθούσες να ανέβεις από το Μοναστηράκι προς το Σύνταγμα, έβρισκες μπροστά σου ομάδες ΜΑΤ να σε εμποδίζουν και με την πρώτη κίνηση να ψεκάζουν αδιακρίτως και να ρίχνουν δακρυγόνα και κρότου λάμψης. Κατά τακτά χρονικά διαστήματα, οι αστυνομικοί έκαναν επιθέσεις προς τους πολίτες και τότε άρχιζε ξανά ο πετροπόλεμος.
 Μέχρι τις 11μισι το βράδυ πολλές χιλιάδες κόσμου ήταν ακόμα στον δρόμο. Στην Αμαλίας τουλάχιστον 10 χιλιάδες κόσμου αποχώρησαν με πορεία προς τη Συγγρού όταν αναγκάστηκε πάλι με εκτεταμένη ρίψη χημικών να αποχωρήσει για να αντέξει. Στην πλατεία υπήρχε ακόμα κόσμος. Στο Μοναστηράκι οι Δίας-Δέλτα έσπαζαν τζαμαρίες και χτυπούσαν κόσμο. Υπάρχουν βίντεο που το βεβαιώνουν και δείχνουν πώς προσπάθησαν (για άλλη μια φορά) να χτυπήσουν με τις μηχανές τους τον κόσμο.
 Η απίστευτη εκτροπή όμως της δημοκρατίας, δεν είναι πως ο λαός πλέον στρέφεται στους αναρχικούς για να τον προστατεύσουν. Είναι γεγονός πως η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου δεν θέλει και δεν συμμετέχει σε πράξεις βίας, αλλά το ότι αποδέχονται αυτή τη βία εφόσον τους προστατεύει δείχνει την πρώτη μεγάλη νίκη των αναρχικών και της στάσης τους. Βασικό τους επιχείρημα ήταν πως με ειρηνικά μέσα δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι και πως πρέπει να επιδιώξουμε μετωπική σύγκρουση. Και το σύνθημα «να καεί το μπουρδέλο η βουλή» δεν ανήκει στους αναρχικούς. Μετά από δεκάδες ειρηνικές διαδηλώσεις, μετά από τη στάση μη βίας και παρόλο που ήξερε ο κόσμος ότι θα δεχθεί χημικά και ξύλο, συνεχίζει να βγαίνει στους δρόμους, αλλά δεν νιώθει ότι μπορεί να κερδίσει στα πλαίσια της δημοκρατίας. Η γνώμη του είναι αδιάφορη στις μεθοδεύσεις των οικονομικών και πολιτικών ελίτ της χώρας η οποία τον γράφει στα παλιά της τα παπούτσια. Κανένας πολιτικός δεν τιμωρείται, κανένα περιστατικό αστυνομικής βίας δεν τιμωρείται και ακόμη και ο συνεργός του δολοφόνου του Γρηγορόπουλου είναι εκτός φυλακής ήδη. Η μήνυση που κατέθεσαν πάνω από 100 πολίτες για το χημικό τριήμερο του Ιουνίου δεν έχει βρει ακόμα το δρόμο προς την αίθουσα του δικαστηρίου και κανείς δεν δίνει ποτέ λογαριασμό για τους τραυματισμούς αθώων και ειρηνικά διαμαρτυρόμενων πολιτών. Ο κόσμος πλέον δεν έχει πίστη στους δημοκρατικούς θεσμούς γιατί αισθάνεται ότι τον εμπαίζουν. Ζητά εκλογές και κάνουν συγκυβέρνηση, ζητά να μην ψηφιστεί το Μνημόνιο και το ψηφίζουν με αυξημένη πλειοψηφία ενός σώματος της Βουλής που δεν υπάρχει περίπτωση να επανεκλεγεί και δεν εκφράζει κανέναν (εκτός ίσως από τους βουλευτές του ΛΑΟΣ και της Αριστεράς).
 Κι εδώ ερχόμαστε στην ευθύνη και τον βρώμικο ρόλο που παίζουν τα ΜΜΕ από την αρχή αυτής της ιστορίας των Μνημονίων εδώ και δυομισι χρόνια. (κάτι που σύμφωνα με τους αναρχικούς, που κι εδώ επιβεβαιώνονται, συμβαίνει συνεχώς). Όλη την νύχτα χθες εστίαζαν στους βανδαλισμούς και στις φωτιές. Αποπροσανατόλιζαν τον κόσμο από το κύριο θέμα που είναι η ψήφιση ενός αντισυνταγματικού εκτρώματος (δεν το λέω εγώ, 5 καθηγητές πανεπιστημίου το λένε). Έχουν αναλάβει τον ρόλο της τρομοκράτησης για την «τελευταία» ευκαιρία διάσωσης για άλλη μια φορά. Συγχέουν επίτηδες την στάση πληρωμών, που μπορεί να κάνει η Ελλάδα, με τη χρεοκοπία. Συνδέουν τη στάση πληρωμών με την έξοδο από την Ευρωζώνη, πράγματα που ακόμα κι ο Βαρουφάκης (κι όχι κάποιος αριστερός οικονομολόγος) καταγγέλλει ως ανεδαφικά και ψευδή. Και στην χθεσινή μεγαλειώδη διαμαρτυρία έστησαν τις κάμερες όχι ανάμεσα στον κόσμο που κατά χιλιάδες είχε απλωθεί στην πόλη, αλλά απέναντι στα καμένα κτήρια.

Έγινε τόση συζήτηση για τα κτήρια του Τσίλερ που κάθε κυράτσα φωνάζει για τον Τσίλερ λες και τον ήξερε κι από χθες. Τα ίδια κανάλια που κατηγορούν τους πολίτες ως λαμόγια και ως μέλη της κοινωνίας του μαζί τα φάγαμε, και ξέρουν πολύ καλά πως από τον πρώτο ως τον τελευταίο δεν δίνουν δεκάρα για την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία της πόλης τους (μάρτυρας η εκτρωματική δόμηση της Αθήνας, τα αυθαίρετα και το κλείσιμο των ημιυπαιθρίων), καλούν τον κόσμο να πει όχι στους βανδαλισμούς ιστορικών κτηρίων. Τα ίδια κανάλια με τους αμόρφωτους δημοσιογράφους της πλάκας ή με τους ημιμαθείς κατευθυνόμενους δημοσιογραφίσκους ανακαλύπτουν την εγκατάλειψη ιστορικών κτηρίων μόνο όταν αυτά κατοικούνται από μετανάστες και «αποτελούν εστία μόλυνσης», ενώ όλον τον υπόλοιπο καιρό κάνουν μόκο για να κάνουν τις δουλειές τους τα λαμόγια του real estate. Στην Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα, χιλιάδες κτήρια που ανήκουν στο Δημόσιο, σε Τράπεζες και στην Εκκλησία ρημάζουν και πολλά από αυτά είναι ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής αξίας. Είναι δεκάδες οι φορές που οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες τους τα καταστρέφουν σιγά σιγά ώστε να μην καταστούν διατηρητέα και να μπορέσουν να χτίσουν πολυκατοικία. Τα απαξιώνουν με υπόγειους τρόπους και μόλις φτάσουν στο σημείο να είναι μισογκρεμισμένα (σιγά σιγά και νύχτα), τα χαρακτηρίζουν επικίνδυνα και κατεδαφιστέα και μετά σηκώνουν πολυκατοικίες.
Ολόκληρες πόλεις όπως η Πάτρα και άλλες, γκρέμισαν εν μία νυκτί επί χούντας και Καραμανλή, διάφορα νεοκλασικά κι έχτισαν πολυόροφα εκτρώματα. Δημόσια κτήρια κατασκευάζονται με ελλιπείς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και άλλα βουλιάζουν με την πρώτη βροχή στο βούρκο που χτίστηκαν (όπως πρόσφατα το Νοσοκομείο Πύργου) γιατί κάποιος κονόμησε χοντρά από την πώληση του οικοπέδου ή γιατί δεν έγιναν οι κατάλληλες ενέργειες στήριξης. Δρόμοι καινούργιοι γίνονται θρύψαλα και δεν κουνιέται φύλλο. Ολυμπιακά έργα που στοίχισαν μια περιουσία συνεχίζουν να απαξιώνονται για να πωληθούν για ένα κομμάτι ψωμί στους δικούς τους. Μια κοινωνία που αδιαφορεί ολοκληρωτικά για το δομημένο χώρο σήμερα ανακάλυψε ότι οι αναρχικοί καταστρέφουν «ιστορικά κτήρια». Και όλο αυτό βύθισε στην αφάνεια το γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βροντοφώναξαν το ΟΧΙ στην εξαθλίωση που επιφυλάσσουν οι καλοαναθρεμμένοι κυβερνήτες του.
Αγαπητοί μου, ακόμα και οι μισοί αναρχικοί να είναι προβοκάτορες το θέμα δεν είναι αυτό. Οι μεγαλύτεροι προβοκάτορες είναι τα ΜΜΕ και ο παραμορφωτικός φακός τους. Αν ήθελαν να εστιάσουν στην ουσία θα το έκαναν, θα ανέβαζαν πλάνα αμέσως από τις επιθέσεις των δυνάμεων καταστολής. Ο Σκάι θα είχε σηκώσει το ελικοπτεράκι του και θα έδειχνε τις ορδές των ανθρώπων που αγωνίζονταν για να μην φτωχοποιηθούν για να ικανοποιηθούν τα θέλω των μεγαλοεπιχειρηματιών οι οποίοι θα είναι και οι μόνοι κερδισμένοι από την βύθιση των μισθών.
Η διαστρέβλωση της πραγματικότητας, ο φωτισμός μόνο στα καμένα κτήρια, τα παραπολιτικά σχόλια της πλάκας και η διαπόμπευση της κοινής λογικής στα τηλεπαράθυρα είναι ο κανόνας. Υπάρχει αυτή τη στιγμή κατάληψη των ΜΜΕ από αδίστακτους επιχειρηματίες και πολιτικούς, ή αντίστροφα, οι οποίοι κάνουν τη δουλίτσα τους. Η επίθεση στους μισθούς των φτωχών αποτελεί γι’ αυτούς την ευκαιρία για τρελά κέρδη. Και θα παίξουν όλα τους τα χαρτιά για να μην τα χάσουν. Και οι ευαίσθητοι πολίτες για τα ιστορικά κτήρια, θα κάθονται στον καναπέ τους και στον υπολογιστή τους και θα βρίζουν τους αναρχικούς και όσους ακόμα έχουν ψυχή και αντιστέκονται.
Η διαφορά είναι πως όποιος βλέπει τα γεγονότα από την τηλεόραση, πλέον δεν ξέρει τα γεγονότα. Ζει σε μια εικονική πραγματικότητα. Όποιος δεν κυνηγήθηκε από μπάτσο και δεν τον έσωσε ένας αναρχικός που του έριξε μια πέτρα, δεν ξέρει τι είναι ο μπάτσος. Όποιος δεν έπεσε κάτω ημιλιπόθυμος από τα χημικά και δεν του έδωσε μαλόξ ο μαυροφορεμένος επαναστάτης (ακόμα και πλανεμένος ή και ανόητος αν θέλετε) δεν ξέρει τι σημαίνει αλληλεγγύη. Οι αναρχικοί στήνουν δίκτυα αλληλεγγύης και υποστήριξης και ετοιμάζονται για τις ημέρες της πτώχευσης που θα γίνει όταν οι έχοντες αποφασίσουν ότι τους συμφέρει. Φτιάχνουν κολεκτίβες αυτοοργάνωσης και δίκτυα υποστήριξης. Εσείς, απλά θα κοιτάζετε την οθόνη και θα κουνάτε το δάχτυλο και μόλις πεινάσετε θα πιστεύετε την Όλγα που τρέμει όταν θα λέει ότι φταίνε οι αναρχικοί, οι αριστεροί, ο σύριζα, οι «αγανακτισμένοι», ο γάιδαρος που πετάει κι όχι όλοι αυτοί που σας κλέβουν εδώ και τέσσερις δεκαετίες τις ζωές.
Αγαπητοί μου, βγείτε στον δρόμο να δείτε την πραγματικότητα, κλείστε τις τηλεοράσεις και σκίστε τις κωλοφυλλάδες. Αναζητήστε εναλλακτική ενημέρωση σε ανεξάρτητα έντυπα και ιντερνετικά μέσα και σκεφτείτε λίγο πέρα από τα τόσο «προφανή». Τότε ίσως καταφέρετε να πιέσετε τους κυβερνώντες να φτιάξουν ένα υπουργείο προστασίας του πολίτη κι όχι το κακέκτυπο μιας παραπαίουσας δημοκρατίας και να είναι πραγματικοί εκπρόσωποί σας.
Τότε ίσως και να έχετε δίκιο να τα βάλετε με τους αναρχικούς, αλλά τώρα όχι.

ΥΓ1: Δεν είμαι ούτε αναρχικός, ούτε «αναρχικός», δεν έχω πετάξει ποτέ πέτρα, ούτε θα έβαζα φωτιά. Όμως οι άνθρωποι που τα βάζουν στα ίσια με τους εχθρούς μου -αυτούς που προστατεύουν όσους θέλουν να δουλεύω σαν σκλάβος και να πληρώνομαι σαν σκλάβος και παραπληροφορούν τους ανθρώπους που αγαπώ μετατρέποντάς τους σε τηλεοπτικά κουτορνίθια- και δεν είναι ρατσιστές, σε αυτόν τον αγώνα, έστω και προσωρινά, είναι πιο κοντινοί μου από κάθε βολεμένο κι από κάθε ελληναρά. Και ναι, λυπάμαι κι εγώ για τα κτήρια που χάθηκαν, έτρεχα στα συνέδρια αρχιτεκτονικής πολύ πριν ανακαλύψει το όνομα του Τσίλερ η Τρέμη, αλλά δεν θυσιάζω τη ζωή κανενός ανθρώπου και την αξιοπρέπεια του ούτε για την Ακρόπολη. Τα κτήρια με λεφτά σε έξι μήνες το πολύ ξαναφτιάχνονται. Οι ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων θα χρειαστούν χρόνια και χρόνια.

ΥΓ2: Το ΠΑΜΕ, και το ΚΚΕ επακολούθως, έχασε χθες μια μεγάλη ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να ηγηθεί της μάχης ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία της πλουτοκρατίας που συνεχώς καταγγέλλει. Ενώ δήλωσε ότι θα φτάσει στη Βουλή με κάθε τρόπο, μόλις είδε τα δύσκολα και τα δακρυγόνα έκανε όπισθεν (παρόλο που ο κόσμος είχε πάει στο πλάι της Πανεπιστημίου για να περάσει) και μάλιστα στο παράγγελμα «γυρίζουμε πίσω ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΑ» έκαναν μια πιρουέτα που ο ελληνικός στρατός θα ζήλευε. Τα γιουχαΐσματα από όσους ήταν στην πρώτη γραμμή έδιναν κι έπαιρναν ενώ τους καλούσαν να έρθουν μαζί μπροστά στον αγώνα.

ΥΓ3: Όσοι ξαφνικά θυμήθηκαν ότι χάνονται θέσεις εργασίας από κάποια καμένα καταστήματα, μήπως ξέχασαν ότι κάθε μήνα χάνονται δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας και η ανεργία έχει ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο εδώ και μήνες; Τι έκαναν γι’ αυτό τόσο καιρό; Σε πόσες πορείες κατέβηκαν; Άναψαν κεράκια για τους απολυμένους της Χαλυβουργίας και τους απλήρωτους στην Ελευθεροτυπία και το ALTER ή μόνο στο Αττικόν ξέρουν να ανάβουν γιατί δεν είναι μπανάλ;


ΠΗΓΗ: http://molisxypnisa.wordpress.com/2012/02/13/166/

Η Επαναστατική ευχαρίστηση του να σκέφτεσαι ο ίδιος


«The revolutionary pleasure of thinking for yourself», (See Sharp Press, 1992)

Αυτοί που έχουν συμφέρον νομιμοποιημένο από το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, συνεχώς μάς παρουσιάζουν πλαστές επιλογές, επιλογές δηλαδή μέσα από τις οποίες μπορούν να διατηρήσουν την εξουσία τους (ψήφισε δημοκρατικούς, ψήφισε ρεπουμπλικάνους - πάντως ψήφισε). Συνεχώς μας ζητούν να επιλέξουμε μια πλευρά σε ψεύτικες συγκρούσεις. Κυβερνήσεις, εταιρείες, πολιτικά κόμματα και προπαγανδιστές κάθε είδους μας παρουσιάζουν επιλογές που δεν είναι αληθινές επιλογές. Μας δίνεται η ψευδαίσθηση της επιλογής, όσο όμως οι έχοντες την εξουσία ελέγχουν το ποιες θα είναι αυτές οι επιλογές («επιλογές» τις οποίες αντιλαμβανόμαστε ως τις μόνες εναλλακτικές), θα ελέγχουν επίσης και το αποτέλεσμα των «αποφάσεων» μας.

Οι νεοηθικολόγοι αρέσκονται να λένε σε εμάς που ζούμε στην Δύση ότι πρέπει να «κάνουμε θυσίες», ότι «εκμεταλλευόμαστε» τα πεινασμένα παιδιά του Τρίτου Κόσμου. Η επιλογή που μας δίνεται είναι ανάμεσα σ' έναν θυσιαστικό αλτρουϊσμό ή σ' έναν στενό ατομισμό (οι φιλανθρωπικοί οργανισμοί εξαργυρώνουν την ενοχή που προέρχεται απ' αυτούς ακριβώς τους συλλογισμούς). Ναι, ζώντας στην πλούσια, σπάταλη Δύση πράγματι εκμεταλλευόμαστε τους φτωχούς του Τρίτου Κόσμου - αλλά όχι προσωπικά, όχι εσκεμμένα. Μπορούμε να κάνουμε κάποιες αλλαγές στη ζωή μας, μποϋκοτάζ, θυσίες, αλλά το αποτέλεσμα είναι οριακό. Κατανοούμε την πλαστή σύγκρουση που μας παρουσιάζεται όταν διαπιστώσουμε ότι κάτω από το παγκόσμιο κοινωνικοοικονομικό σύστημα εμείς, ως άτομα, βρισκόμαστε κλειδωμένοι στο ρόλο του «εκμεταλλευτή» ακριβώς όπως οι άλλοι είναι κλειδωμένοι στο ρόλο του «εκμεταλλευόμενου». Έχουμε έναν ρόλο και πολύ μικρή δύναμη να τον αλλάξουμε, τουλάχιστον ατομικά. Γι' αυτόν λοιπόν τον λόγο απορρίπτουμε την πλαστή επιλογή ανάμεσα στο «θυσία ή εγωισμός», με το να ζητάμε την καταστροφή του παγκόσμιου κοινωνικού συστήματος, του οποίου η ύπαρξη μας επιβάλλει αυτή την επιλογή. Ψευτοδιορθώνοντας το σύστημα, ή προσφέροντας συμβολικές θυσίες, ή ζητώντας «λιγότερο εγωϊσμό», απλώς δεν κάνουμε τίποτα. Οι φιλανθρωπίες και οι αναμορφωτές δεν πηγαίνουν ποτέ πέρα από τις πλαστές επιλογές τύπου «θυσία ή εγωϊσμός» - αλλά αν είναι να επέλθει μια αληθινή κοινωνική πρόοδος πρέπει όλοι εμείς να πάμε πέρα απ' αυτές.

Αυτοί που έχουν την εξουσία, συνεχώς χρησιμοποιούν τέτοιες παραποιήσεις για να μας αποπροσανατολίσουν και να μας αποδυναμώσουν. Διαδίδοντας μύθους όπως «αν όλοι μοιράσουμε τα πάντα δεν θα υπάρχουν αρκετά για όλους» προσπαθούν να αρνηθούν την ύπαρξη κάθε αληθινής επιλογής και να κρύψουν από εμάς το γεγονός ότι οι υλικές προϋποθέσεις για την κοινωνική επανάσταση ήδη υπάρχουν.

Κάθε διαδρομή προς την απομυθοποίηση του εαυτού μας, πρέπει να αποφύγει το δίδυμο τέλμα της απολυταρχίας και του κυνισμού.

Η απολυταρχία εκφράζει την ολοκληρωτική αποδοχή ή άρνηση του συνόλου των συστατικών συγκεκριμένων ιδεολογιών, ή τελικά κάθε συνόλου ιδεών ή εννοιών. Ένας οπαδός της απολυταρχίας δεν μπορεί να διακρίνει καμιά άλλη επιλογή εκτός από την πλήρη αποδοχή ή άρνηση. Βλέπει τα πράγματα καθαρά σαν σωστό ή λάθος. Περιπλανιέται ανάμεσα στα ράφια του ιδεολογικού σουπερμάρκετ ψάχνοντας για το ιδανικό εμπόρευμα, και το αγοράζει έτοιμο, κονσέρβα. Αλλά το ιδεολογικό σουπερμάρκετ - όπως κάθε σουπερμάρκετ - είναι χρήσιμο μόνο για πλιάτσικο. Είναι πιο πρακτικό για μας να μετακινούμαστε ανάμεσα στα ράφια, να σκίζουμε τα πακέτα, να παίρνουμε ότι δείχνει αυθεντικό και χρήσιμο και να πετάμε τα υπόλοιπα.

Ο κυνισμός αποτελεί αντίδραση σ' ένα κόσμο που κυριαρχείται από την ιδεολογία και την «ηθικότητα». Αντιμέτωπος με αλληλοσυγκρουόμενες ιδεολογίες, ο κυνικός λέει «χολέρα και στα δυό σας τα σπίτια να πέσει». Ο κυνικός είναι τόσο καταναλωτής όσο και ο απολυταρχικός, αλλά επίσης έχει εγκαταλείψει την σκέψη ότι υπάρχει ελπίδα να βρεθεί το ιδανικό εμπόρευμα.

Η διαδικασία της συνθετικής σκέψης είναι μια συνεχιζόμενη διαδικασία πρόσθεσης και τροποποίησης του τρέχοντος σώματος της προσωπικής θεωρίας καθώς και της επίλυσης των αντιθέσεων ανάμεσα στις νέες σκέψεις και τις αντιλήψεις των προηγούμενων πεποιθήσεων. Η τελική σύνθεση είναι κάτι περισσότερο από το σύνολο των μερών της.

Η συνθετική αυτή μέθοδος κατασκευής μιας θεωρίας είναι αντίθετη της εκλεκτικής μεθόδου στην οποία κάποιος συλλέγει σε μια κουρελιασμένη τσάντα τα αγαπημένα του κομματάκια από τις αγαπημένες του ιδεολογίες χωρίς ποτέ ν' αντιμετωπίζει τις επακόλουθες αντιθέσεις. Σύγχρονα παραδείγματα περιλαμβάνουν τον «αναρχο - καπιταλισμό», «χριστιανό - μαρξισμό», και τον φιλελευθερισμό γενικώς.

Εάν έχουμε διαρκώς συνείδηση του πώς θέλουμε να ζούμε, μπορούμε κριτικά να οικειοποιηθούμε στοιχεία από οτιδήποτε: ιδεολογίες, πολιτισμικές κριτικές, τεχνοκράτες, κοινωνιολογικές μελέτες, ακόμα και μυστικισμό (αν και τα ενδιαφέροντα στοιχεία πιθανώς να είναι λίγα). Όλα τα σκουπίδια του παλιού κόσμου μπορούν να ελεγχθούν για χρήσιμα υλικά από αυτούς που επιθυμούν να τον ξαναφτιάξουν.

Η φύση της σύγχρονης κοινωνίας, ενωμένης παγκόσμια μέσω του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος της, καθιστά αναγκαία μια προσωπική θεωρία η οποία να ασκεί κριτική σε κάθε υπαρκτή μορφή κοινωνικοοικονομικής κυριαρχίας (τόσο στον εταιρικό καπιταλισμό του «ελεύθερου» κόσμου όσο και στον κρατικό καπιταλισμό του σύγχρονου κόσμου) όπως και σε κάθε μορφή αποξένωσης (σεξουαλική πείνα, καταναγκαστική συμμετοχή στην κούρσα των ποντικών για την επιβίωση κλπ). Μ' άλλα λόγια χρειαζόμαστε μια κριτική στο σύνολο της καθημερινής ύπαρξης από την οπτική της ολότητας των επιθυμιών μας.

Αντίθετοι σ' αυτό το πρόγραμμα είναι όλοι οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες, παπάδες και γκουρού, πολεοδόμοι και αστυνομικοί, αναμορφωτές και λενινιστές, κεντρικές επιτροπές και λογοκριτές, μάνατζερ εταιρειών και καραγκιόζηδες των συνδικάτων, άρρενες υπερ-αρσενικοί και ιδεόπληκτες φεμινίστριες, ιδιοκτήτες γης και οικο-καπιταλιστές, οι οποίοι εργάζονται για να υποτάξουν τις ατομικές μας επιθυμίες σ' αυτή την χυδαία αφαίρεση: «το κοινό καλό» του οποίου αυτοί είναι οι υποτιθέμενοι φύλακες.

Όλοι αυτοί είναι οι δυνάμεις του παλιού κόσμου - αφεντικά, παπάδες και άλλοι αλήτες που έχουν να χάσουν κάτι αν οι άνθρωποι επεκτείνουν το παιχνίδι της επανοικειοποίησης του πνεύματος τους στην διεκδίκηση της ύπαρξης τους.

Πηγή: politikokafeneio