Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Λουδοβίκος Αύγουστος Μπλανκί



Ωγκύστ Μπλανκί (Louis Auguste Blanqui, Puget-Theniers 8 Φεβρουαρίου 1805 – 1 Ιανουαρίου 1881).

Γάλλος δημοκράτης και σοσιαλιστής επαναστάτης, η πιο ηρωϊκή προσωπικότητα του γαλλικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, καταδικάστηκε κατ’ επανάληψη σε θάνατο, πέρασε το μισό σχεδόν της ζωής του (συνολικά 36 από τα 75 χρόνια της ζωής του) στις φυλακές και υπήρξε ο θεωρητικός συγκεκριμένης επαναστατικής μεθοδολογίας η οποία απεκλήθη «Μπλανκισμός» («Blanquisme») και εστιαζόταν στην αιφνιδιαστική ένοπλη κατάληψη της εξουσίας από έναν μικρό κύκλο καλοεκπαιδευμένων επαναστατών.


ΠΡΩΤΟΙ ΑΓΩΝΕΣ 


Γεννήθηκε το 1805 από την αστική οικογένεια του δημόσιου υπαλλήλου Jean Dominique Blanqui στο Puget-Theniers της επαρχίας Alpes-Maritimes, αδελφός του οικονομολόγου Jerome Adolphe Blanqui, και σπούδασε στο Παρίσι νομικά και φαρμακολογία, εργαζόμενος παράλληλα ως δημοσιογράφος, ωστόσο από ένα σημείο και μετά εστίασε το ενδιαφέρον του αποκλειστικά στις πολιτικές επιστήμες, αναπτύσσοντας προχωρημένες θεωρητικές προτάσεις.
Θεωρώντας τον εαυτό του «μαθητή και διάδοχο του Γράκχου Μπαμπέφ», σε ηλικία 19 μόλις ετών (το έτος 1824) προσχώρησε στο γαλλικό τμήμα της επαναστατικής πολιτικής εταιρείας των «Καρμπονάρων» («Carbonari») και ανέπτυξε εντονότατη δράση με κορύφωση την συμμετοχή του το έτος 1827 σε σοβαρές οδομαχίες στο Παρίσι ενάντια στην τυραννία του Καρόλου του 10ου (1824 - 1830) κατά τις οποίες τραυματίσθηκε σοβαρά, διέφυγε όμως της σύλληψης από την μοναρχική αστυνομία. Τρία χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1830 συμμετείχε στην εξέγερση του παρισινού λαού που ανέτρεψε τον Κάρολο και την επόμενη χρονιά προσχώρησε στην οργάνωση «Φίλοι του Λαού» («Amis du Peuple»), όπου συνεργάστηκε με τους επαναστάτες Μπουοναρρότι (Philippe Buonarroti, 1761 – 1837), Ρασπάϊγ (Francois - Vincent Raspail, 1794 - 1878) και Μπαρμπέ (Sigismond Auguste Armand Barbes, 1809 – 1870, τον επονομαζόμενο «Μπαγιάρ της Δημοκρατίας).


Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1839


Κατά την βασιλεία του Λουδοβίκου Φιλίππου (1830 - 1848) κυνηγήθηκε κατ’ επανάληψη για τις δημοκρατικές – επαναστατικές ιδέες του και φυλακίστηκε 5 φορές (το 1831 δικάστηκε ως ύποπτος συμμετοχής σε συνομωσία και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους για εξύβριση του δικαστηρίου, το 1832 δικάστηκε για προτροπή σε στάση και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους, το 1834 φυλακίστηκε για μερικούς μήνες ως ένοχος ανατρεπτικής αρθρογραφίας, τον Αύγουστο του 1836 καταδικάστηκε σε φυλάκιση 2 ετών ως ένοχος ίδρυσης παράνομης οργάνωσης, της «Societe des Familles», καθώς και κατασκευής όπλων και εκρηκτικών –αμνηστεύθηκε την επόμενη χρονιά με το διάταγμα της 7ης Μαϊου 1837- και το 1839 καταδικάστηκε ξανά ως αρχηγός συνομωσίας, αυτή την φορά σε θάνατο). Στο άρθρο του «Δημοκρατική Προπαγάνδα» (1833), ο Μπλανκί γράφει: «για να προχωρήσουμε χρειάζεται πρώτα να αποκαταστήσουμε τις δυνατότητές μας για ελεύθερη προπαγάνδα. Στο επίπεδο των ιδεών, οι αριστοκράτες είναι ανίσχυροι απέναντι των δημοκρατών. Ο λόγος που ακόμα έχουν ως όπλο τους τον Τύπο, είναι γιατί γνωρίζουν ότι με αυτόν μπορούν να διασπείρουν συκοφαντίες, την ώρα που εμείς μπορούμε να πείσουμε τις λαϊκές μάζες με μόνη δύναμή μας τις αρχές μας για ισότητα και αδελφοσύνη. Είναι απαραίτητο όμως η φωνή μας να μπορεί να τις φθάσει. Ας ενώσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας, πολίτες, για να καταστρέψουμε το πιο αισχρό όλων των μονοπωλίων, το μονοπώλιο στην διαφώτιση. Για να διδάξουμε τους προλετάριους ότι έχουν δικαίωμα στις ελευθερίες, ότι έχουν δικαίωμα σε δωρεάν, κοινή και ίση εκπαίδευση, ότι έχουν δικαίωμα να ελέγχουν την κυβέρνηση, ότι έχουν δικαίωμα σε ένα σωρό πράγματα που τώρα τους τα απαγορεύουν. Όπως βλέπετε, πολίτες, αυτό που έχουμε κατά νου δεν είναι τόσο μία πολιτική αλλαγή, όσο μία κοινωνική αλλαγή εκ θεμελίων».
Το δικό του πολιτικό ρεύμα, οι λεγόμενοι «μπλανκιστές» («blanquistes») της οργάνωσης «Εταιρεία των Εποχών» («Societe des Saisons») σε συνεργασία με τους Γερμανούς οπαδούς του Μπαμπέφ της οργάνωσης «Λίγκα των Ίσων», ηγήθηκαν τον Μάϊο του 1839 μίας ακόμη αποτυχημένης ένοπλης εξέγερσης στο Παρίσι κατά του βασιλιά. Ο Μπλανκί συνελήφθη και στις 14 Ιανουαρίου 1840 καταδικάστηκε σε θάνατο ως αρχηγός της εξέγερσης, αν και η ποινή μετατράπηκε τελικά σε ισόβια κάθειρξη στην φυλακή Mont-Saint-Michel, όπου οι άθλιες συνθήκες κράτησης υπέσκαψαν σοβαρά την υγεία του. Το 1844 μεταφέρθηκε σε μία φυλακή της Tours.
 
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1848


Στις αρχές του 1848 ξέσπασε μία ακόμη παρισινή επανάσταση, όταν στις 23 Φεβρουαρίου ο στρατός του «βασιλιά - πολίτη» Λουδοβίκου Φίλιππου πυροβόλησε ειρηνικούς διαδηλωτές. Την επόμενη κιόλας ημέρα όλο το Παρίσι ήταν γεμάτο οδοφράγματα και κόκκινες σημαίες με αίτημα την Δημοκρατία και μέχρι το βράδυ τα ανάκτορα είχαν πέσει στα χέρια των επαναστατών που έκαψαν τον θρόνο του «δημοκράτη» μονάρχη, ενώ ο ίδιος έφευγε τρομοκρατημένος και σχηματιζόταν προσωρινή κυβέρνηση με ταυτόχρονη ανακήρυξη της λεγόμενης «Δεύτερης Δημοκρατίας» («Deuxième République», 1848 - 1851). Την ίδια ημέρα που έπεφτε το καθεστώς του Λουδοβίκου Φίλιππου, άνοιγαν και οι πόρτες των φυλακών προς την ελευθερία για όλους τους φυλακισμένους επαναστάτες. Οι Μπλανκί, Μπερνάρ, Μπαρμπέ και όλοι οι υπόλοιποι σύντροφοί τους ήσαν τώρα ελεύθεροι να συμμετάσχουν στις επαναστατικές διαδικασίες. Η προσωρινή κυβέρνηση, στην οποία συμμετείχαν και σοσιαλιστές όπως ο προστάτης των ανέργων Λουϊ Μπλαν (Louis Blanc, 1811 - 1882), είχε υιοθετήσει την καθολική ψηφοφορία, είχε διακηρύξει το δικαίωμα στην εργασία και είχε προβεί σε μείωση των ωρών εργασίας, όμως είχε απορρίψει όχι μόνον την υιοθέτηση της κόκκινης σημαίας, αλλά και όλα τα ριζοσπαστικά μέτρα κατά του ιδιωτικού πλούτου, τα οποία απαιτούσε η παράταξη των επαναστατών σοσιαλιστών. Καθώς οι διεκδικήσεις αυτές αναδύονταν η μία μετά την άλλη, πολύ σύντομα η μετριοπαθής κυβέρνηση άρχισε να ασχολείται αποκλειστικά με την αποτροπή εκείνου που την φόβιζε πιο πολύ από ο,τιδήποτε άλλο, δηλαδή μιας «κόκκινης δημοκρατίας»:   «δεν ζούμε πια στο 1793, αλλά στο 1848! Η τρίχρωμη σημαία δεν είναι πια η σημαία της Δημοκρατίας, αλλά η σημαία του Λουδοβίκου Φιλίππου και της μοναρχίας. Υπό την τρίχρωμη σημαία διαπράχθησαν οι σφαγές στην οδό Transnonain, στο Faubourg de Vaise, στο Saint-Etienne και πάνω από 20 φορές βουτήχθηκε αυτή στο αίμα των εργατών. Ο λαός στα οδοφράγματα ύψωσε και εφέτος απέναντί της το κόκκινο χρώμα, όπως το ύψωσε και στα οδοφράγματα του Ιουνίου 1832, του Απριλίου 1834 και του Μαϊου 1839 και το καθαγίασε διπλά με την ήττα και την νίκη. Το κόκκινο χρώμα είναι πλέον το χρώμα αυτού του μαχόμενου λαού, μέχρι χθές κυμάτιζε υπερήφανα στις προσόψεις των κτιρίων και τώρα η αντίδραση το μολύνει σέρνοντάς το με ασέβεια στις λάσπες. Λένε ότι είναι μία σημαία αίματος και βεβαίως και είναι, μόνο που είναι του αίματος των μαρτύρων, του ίδιου αίματος που την έχει αναδείξει στο πραγματικό σύμβολο της Δημοκρατίας. Η προσβολή προς αυτήν είναι προσβολή προς τους νεκρούς μας», έγραφε ο Μπλανκί, όταν εισηγείτο την υιοθέτηση από τους επαναστάτες της κόκκινης σημαίας ως σημαίας τους. 


Η ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑ ΤΟΥ ΛΕΝΤΡΥ – ΡΟΛΛΕΝ


Αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, ο Μπλανκί είχε ιδρύσει την πολυπληθή επαναστατική οργάνωση «Κεντρική Δημοκρατική Εταιρεία» («Societe Republicaine Centrale»), με την οποία ζητούσε τα κεφάλια «τουλάχιστον 300.000 στελεχών της κοινωνίας του οργανωμένου κανιβαλισμού» ως προϋπόθεση για ν’ ανοίξει ο δρόμος προς την πραγματική ελευθερία και διακήρυσσε ότι «η χειρότερη σκλαβιά είναι η πείνα» και «κάθε τι που βοηθάει την δειλία να σβήσει το ιερό δικαίωμα του δυναμισμού, αποτελεί επίθεση στις κοινωνικές αξίες, στην ελευθερία, στην φυσική τάξη, στην ουσία του ανθρώπου» (όπως παρατίθεται από τον Dommanget, σελ. 49), ενώ αντίθετα ο Μπαρμπέ είχε επιλέξει, προφανώς από ευγνωμοσύνη προς τον υπουργοποιημένο πια Λαμαρτίνο που του είχε σώσει την ζωή πριν 9 χρόνια, να μην στραφεί ενάντια στην νέα κυβέρνηση, αλλ’ αντιθέτως να την στηρίξει, αναλαμβάνοντας μάλιστα την διοίκηση του 12ου τάγματος της Εθνοφρουράς. «Έβαλε το τυφλό του πάθος στην υπηρεσία των αστών, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν άριστα την ματαιοδοξία του» δήλωνε θυμωμένα ο Μπλανκί, που την ίδια εποχή είχε απορρίψει τις προτάσεις που του έκανε σε κατ’ ιδίαν συνάντηση ο Λαμαρτίνος, να μην επιτίθεται ενάντια στην κυβέρνηση (όταν την επόμενη χρονιά δικαζόταν ο Λαμαρτίνος και ανάμεσα στα άλλα τον κατηγορούσαν επίσης ότι είχε κάνει τότε ύποπτη ιδιωτική συνάντηση με τον Μπλανκί, είχε απαντήσει χαρακτηριστικά με την φράση «ω ναι, συνωμότησα μαζί του, όσο μπορεί να συνωμοτήσει ο κεραυνόπληκτος με τον κεραυνό!»).
Η αρχική διάσταση Μπλανκί – Μπαρμπέ έγινε περισσότερο εμφανής πρώτον με την ίδρυση από τον δεύτερο της καθαρά ανταγωνιστικής οργάνωσης «Λέσχη της Επανάστασης» («Club de la Revolution») μετά από παρότρυνση του πολυμήχανου υπουργού εσωτερικών Λεντρύ – Ρολλέν (Alexandre Auguste Ledru – Rollin, 1807 – 1874) και της κοινής τους φίλης Γεωργίας Σάνδη (Amantine Aurore Lucile Dupin ή «George Sand», 1804 – 1876) και δεύτερον με την εναντίωση στις δυναμικές διαδηλώσεις που είχαν οργανώσει στις 17 Μαρτίου 1848 οι «μπλανκιστές», οι οποίοι ζητούσαν αναβολή των εκλογών για την Εθνοφρουρά και την Εθνοσυνέλευση για έναν μήνα, ώστε να έχει χρόνο να ενημερωθεί ο πληθυσμός. Τις αμέσως επόμενες εβδομάδες η διάσταση αυτή εξελίχθηκε σε ανοικτή έχθρα, όταν ο Μπαρμπέ εξαπατήθηκε από την πιο αισχρή προπαγάνδα και στράφηκε πια ανοικτά κατά του πρώην συναγωνιστή του: για να εξουδετερωθεί ο «ανεξέλεγκτος» και «επικίνδυνος», αλλά σχεδόν μυθικός, ιδίως για τους νέους επαναστάτες, Μπλανκί, η κυβέρνηση προώθησε δια χειρός Λεντρύ – Ρολλέν σε δημοσίευση στις 31 Μαρτίου 1848 ενός ανυπόγραφου χειρογράφου που δήθεν προερχόταν από τα αστυνομικά αρχεία του 1839, αλλά στην ουσία είχε γραφτεί λίγες ημέρες πριν, από τους συνεργάτες του.
Το χειρόγραφο, το οποίο δέχθηκε να ανατυπώσει στην ασήμαντη έως τότε εφημερίδα του «Revue Retrospective» ο απατεωνίσκος, συνεργάτης της αστυνομίας και μετέπειτα «αυτοκρατορικός βιβλιοθηκάριος» του Ναπολέοντος του Γ Jules Antoine Taschereau (1801 – 1874), αποδιδόταν αυθαίρετα στον Μπλανκί και παρουσιαζόταν ως δήθεν… χαφιέδικη αναφορά του στην μυστική αστυνομία τις παραμονές της εξέγερσης της 12ης Μαϊου 1839! Παρά το γεγονός ότι το χειρόγραφο φυσικά δεν είχε ούτε τον γραφικό χαρακτήρα του Μπλανκί, ούτε την υπογραφή του, ο Λεντρύ – Ρολλέν είχε πετύχει τον σκοπό του, καθώς η δημοσίευση έπεσε σαν βόμβα στους κύκλους των επαναστατών, όπου πρόθυμοι όσοι ήσαν υποστηρικτές της κυβέρνησης υιοθετούσαν και προωθούσαν περαιτέρω την συκοφαντία, ο δε Μπαρμπέ δήλωνε ανοικτά ότι ήταν παραπάνω από σίγουρος ότι ο Μπλανκί ήταν όντως χαφιές της μυστικής αστυνομίας και είχε προδώσει την απόπειρα της 12ης Μαϊου!
Την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης, ως έσχατη άμυνά του, ο «ξαφνικά τυλιγμένος με το πουκάμισο του Νέσσου» (όπως ο ίδιος το έγραψε) Μπλανκί υπέβαλε την παραίτησή του από την ηγεσία της «Κεντρικής Δημοκρατικής Εταιρείας», αλλά αμέσως απέσπασε την δήλωση απόλυτης εμπιστοσύνης από τα περίπου 600 μέλη της, επανεξελέγη παμψηφεί και συνοδεύθηκε πανηγυρικά στο σπίτι από ένα μεγάλο πλήθος οπαδών του. Ωστόσο οι μη άμεσοι οπαδοί του, εκείνοι οι χιλιάδες αγωνιστές που δεν τον γνώριζαν προσωπικά, είχαν φυσικά καταπιεί την προπαγάνδα, απέναντι στην οποία το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Μπλανκί ήταν να γράψει στις 14 Απριλίου στην «La République» και επίσης να κυκλοφορήσει ως μπροσούρα σε 100.000 αντίτυπα μια απάντησή του, ένα συγκλονιστικό κείμενό του, στο οποίο επεκαλείτο το αυτονόητο, ότι δηλαδή η καλύτερη απόδειξη της καθαρότητάς του ήταν η πολύχρονη και υπό τρομακτικές συνθήκες φυλάκισή του: «τον πρώτο χρόνο της φυλάκισής μου η σύζυγός μου πέθανε από απελπισία, ενώ για 4 ολόκληρα χρόνια, σε απόλυτη απομόνωση, έζησα την κόλαση και όταν βγήκα από εκεί τα μαλλιά μου είχαν ασπρίσει, η καρδιά και το σώμα μου είχαν ραγίσει. Τώρα ακούν τα αυτιά μου κραυγές, όπως θάνατος στον προδότη! να τον σταυρώσουμε!… πούλησε τους συντρόφους του για χρυσό! χρυσό; έτσι ονομάζουν αυτοί τον αργό θάνατο σε μία σκοτεινή τρύπα και την αγωνία να προσπαθεί κανείς να επιζήσει μόνο με μαύρο ψωμί και νερό;» (Stewart, σελ.121).

 

Η ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΗΣ 15Ης ΜΑΪΟΥ 1848


Στις 15 Μαϊου δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές και αριστεροί εθνοφύλακες που απαιτούσαν πιο ριζοσπαστική και φιλεργατική εφαρμογή της Δημοκρατίας, καθώς και σύσταση «υπουργείου Εργασίας» εισέβαλαν στο «Palais-Bourbon» όπου στεγαζόταν η Εθνοσυνέλευση. Ο Μπλανκί που ηγείτο του πλήθους και 12 ακόμα ηγέτες της επαναστατικής Αριστεράς (στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο Μπαρμπέ) συνελήφθησαν ως υπαίτιοι και κλείστηκαν στις φυλακές για μια ακόμη φορά, κατηγορούμενοι για ένοπλη στάση, ενώ το ακέφαλο λαϊκό κίνημα οδηγήθηκε εύκολα στην εξόντωσή του κατά τις αιματοβαμμένες ημέρες του Ιουνίου. Η δίκη τους έγινε τον Μάρτιο του 1849 στο «Haute Cour» της πόλης του Bourges και ο Μπλανκί, με τον οποίο διαπληκτιζόταν σε όλη την διάρκεια της δίκης ο Μπαρμπέ, καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση, ο Μπαρμπέ σε ισόβια, ο Ρασπάϊλ σε 6 χρόνια, ενώ οι υπόλοιποι (Λουϊ Μπλαν, Albert, Benjamin Flotte, Sobrier, κ.ά.) σε μικρότερες ποινές.
Κατά την παραμονή του στην φυλακή Sainte-Pelagie, ο Μπλανκί συστηματοποίησε την δική του θεωρία για τον επαναστατικό Σοσιαλισμό με σταδιακή μετάβαση των κοινωνιών από την καπιταλιστική οικονομία σε μία κομμουνιστική, έπειτα από βίαιη επανάσταση, στην οποία μία ελίτ επαναστατών θα καταλάμβανε την πολιτική εξουσία και θα κοινωνικοποιούσε τα μέσα παραγωγής. Για τον Μπλανκί ο επαναστάτης ώφειλε να είναι αποφασισμένος, αφοσιωμένος, ορθολογιστής και φυσικά εχθρός της Εκκλησίας, η οποία αποτελεί παρασιτικό μηχανισμό που συμβάλλει στην ανθρώπινη δυστυχία και εμποδίζει την πρόοδο των κοινωνιών. Κάθε επαναστατική «μπλανκιστική» οργάνωση έπρεπε για λόγους ασφαλείας να διέπεται από αυστηρή ιεράρχηση ρόλων, η οποία είχε ήδη εφαρμοστεί στην «Εταιρεία των Εποχών»: τα μέλη αποτελούσαν ανά 7 μία χωριστή μονάδα, την «εβδομάδα», στην οποία οι 6 ακολουθούσαν τις εντολές του εβδόμου που ονομαζόταν «Κυριακή». Ανά τέσσερις τέτοιες ομάδες συγκροτούσαν μια δευτεροβάθμια μονάδα, τον «μήνα», με δύο αρχηγούς που ονομάζονταν «Ιούλιος» και «Δεκέμβριος», ενώ ανά τρεις «μήνες» συγκροτούσαν μία τριτοβάθμια μονάδα, την «εποχή», της οποίας οι αρχηγοί αναφέρονταν απευθείας στο τριμελές Συμβούλιο που αποτελούσε την ανώτατη αρχή της οργάνωσης.

 

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ


Έχοντας περιοδεύσει διάφορες φυλακές (στο φρούριο του Belle Isle, από το οποίο κατόρθωσε πρόσκαιρα να δραπετεύσει αλλά καταδόθηκε από έναν ψαρά, στην Κορσική και στην Lambessa της Αλγερίας) αποφυλακίστηκε τελικά το 1859 με την ολοκλήρωση της ποινής του και επέστρεψε στο Παρίσι. Μετά από μόλις 2 χρόνια, το 1861, συνελήφθη για μία ακόμη φορά με την κατηγορία της συνωμοσίας και της ίδρυσης παρανόμων οργανώσεων και κλείστηκε ξανά στις φυλακές, ωστόσο δραπέτευσε τον Αύγουστο του 1865 και έφυγε στο εξωτερικό (πρώτα στην Γενεύη και μετά στις Βρυξέλλες), συνεχίζοντας με ακόμα μεγαλύτερη ένταση την προπαγανδιστική δράση του ενάντια όχι μόνο στην μοναρχία αλλά και στον Χριστιανισμό: «πρέπει ν’ απαρνηθούμε τον τίτλο του χριστιανού που μας επιβλήθηκε μέσα από απίστευτη βία, και επίσης πρέπει να τιμωρηθεί κάθε έκφραση της θρασύτητας που ούτε λίγο ούτε πολύ θέτει σήμερα εκτός νόμου όλα και όλους που δεν ανήκουν στην χριστιανική σέχτα. Παντού πια αυτό το όνομα του χριστιανού έχει υποκαταστήσει το όνομα του ανθρώπου σε σημείο που κάποιος απειλείται να μην θεωρείται άνθρωπος εάν δεν είναι χριστιανός», έγραψε στις 29 Μαρτίου 1869, επανερχόμενος στις 8 Απριλίου 1869 με εκ θεμελίων απόρριψη του Χριστιανισμού: «η πηγή της προόδου είναι η ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών, συνεπώς ως κακό μπορεί να ορισθεί κάθε τι που εμποδίζει αυτήν την κυκλοφορία, ενώ ως καλό κάθε τι που την ενισχύει και την αναπαράγει. Υπό αυτή την οπτική, η ανακάλυψη της τυπογραφίας απετέλεσε την μεγαλύτερη ευεργεσία για την ανθρωπότητα και ο Χριστιανισμός την χειρότερη πληγή της, αφού αλυσοδένει το ανθρώπινο πνεύμα σε ένα ακίνητο δόγμα και απαιτεί θεωρητικά και έμπρακτα την συστηματική καταστροφή όλων των ιδεών με σκοπό την διατήρηση μιας αυτόκλητης απόλυτης αλήθειας και μιας αιώνιας ακινητοποίησης της σκέψης. Δεν είναι αυτό μια ανοικτή επίθεση ενάντια σε όλη την ανθρωπότητα; Κάθε τι που αποσκοπεί στην διαιώνιση αυτής της θρησκείας του θανάτου αποτελεί το κατ’ εξοχήν έγκλημα και η δική μας πρωταρχική υποχρέωση είναι η με κάθε τίμημα εξαφάνιση αυτής της πανούκλας».  

 

ΝΕΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ



Κατά διαστήματα επισκεπτόμενος μυστικά το Παρίσι, δημοσίευσε τον Απρίλιο του 1869 από τις Βρυξέλλες τις σκέψεις του για έναν φιλοσοφικό «Θετικισμό», ικανό να βοηθήσει την ανθρωπότητα να ξεφύγει από το σκοτάδι του Χριστιανισμού και να επανανακαλύψει την λογικότητα της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας. Για τον Μπλανκί, που εκτιμούσε ότι η Γαλλική Επανάσταση σηματοδοτεί στην Ιστορία την απόλυτη ήττα των δυνάμεων της οργανωμένης καταπίεσης από την λαϊκή συλλογική βούληση, το «πραγματικό επαναστατικό όπλο» ήταν η μόρφωση, η οποία μόνον αυτή επέτρεπε στον άνθρωπο να φθάσει στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων του. Η επανάσταση λοιπόν δεν αρκούσε να είναι μόνον πολιτική, αλλά επίσης και, κυρίως, κοινωνική, σε ένα μεγάλο τμήμα της μάλιστα μορφωτική. Η γενική αμνηστία του 1869 του επέτρεψε την επιστροφή του από το Βέλγιο στο Παρίσι, όπου στις 12 Ιανουαρίου 1870 και στις 14 Αυγούστου 1870 οργάνωσε δύο ακόμα εξεγέρσεις που όμως δεν στέφθηκαν από επιτυχία. Στην πρώτη είχε προσπαθήσει να προκαλέσει λαϊκή ανάφλεξη εκμεταλλευόμενος την διάχυτη οργή στην κηδεία του δημοσιογράφου Νουάρ (Victor Noir, 1848 – 1870) την οποία είχαν παρακολουθήσει περισσότερα από 100.000 άτομα, και στην δεύτερη είχε αποπειραθεί με οπαδούς του να αρπάξει οπλισμό από στρατιωτικές αποθήκες. Στις 2 Σεπτεμβρίου όμως, ο Γάλλος αυτοκράτορας Ναπολέων ο Γ και 100.000 στρατιώτες του αιχμαλωτίσθηκαν από τον γερμανικό στρατό του Βίσμαρκ στα ανατολικά σύνορα της Γαλλίας και δύο ημέρες μετά η δημοκρατική αντιπολίτευση ανακήρυξε στο Παρίσι την «Δημοκρατία της 4ης Σεπτεμβρίου», ενώ οι Γερμανοί προέλαυναν κατά της γαλλικής πρωτεύουσας. Στην «Δημοκρατία της 4ης Σεπτεμβρίου», ο καταζητούμενος μέχρι τότε Μπλανκί βρήκε την ευκαιρία να επιστρέψει στην πολιτική σκηνή ιδρύοντας την επαναστατική λέσχη «Η πατρίδα σε κίνδυνο» («La patrie en danger», ένας καθαρά ιακωβινικός τίτλος), η οποία εξέδιδε και ομώνυμη ημερήσια εφημερίδα. Όταν το Παρίσι πολιορκήθηκε μετά από λίγο καιρό από τους Γερμανούς, η συντηρητική δημοκρατική κυβέρνηση άρχισε μυστικές συνομιλίες με τον Βίσμαρκ με σκοπό την συνθηκολόγηση, ενώ ως αποτέλεσμα φημών που κυκλοφορούσαν για την επικείμενη προδοσία πλήθαιναν οι διαδηλώσεις του δημοκρατικού λαού, μεγάλο τμήμα του οποίου ήταν πλέον οπλισμένο.



Στις 31 Οκτωβρίου 1870 ένοπλες ομάδες πολιτοφυλάκων καθοδηγούμενες από τον Μπλανκί και τους οπαδούς του κατέλαβαν όλα τα δημόσια κτίρια του Παρισιού για να πυροδοτήσουν γενική εξέγερση, αλλά απομονώθηκαν και κτυπήθηκαν από τον στρατό, ο δε Μπλανκί καταδικάστηκε στις 9 Μαρτίου 1871 ερήμην εις θάνατο.

Συνελήφθη στις 17 Μαρτίου μετά από κατάδοση ενώ κοιμόταν στο σπίτι ενός φίλου του στο Bretenoux και φυλακίστηκε στο Cahors, όμως σε λίγο το Παρίσι γνώρισε μία ακόμη μεγάλη εξέγερση και αυτήν την φορά πέρασε στα χέρια των επαναστατών: στις 26 Μαρτίου το επαναστατημένο Παρίσι εξέλεξε καινούργιο δημοτικό συμβούλιο με επίτιμο πρόεδρο τον φυλάκισμένο Μπλανκί (τον οποίο αρνήθηκε η κυβέρνηση του Θιέρσιου να ανταλλάξει, ούτε καν με αντάλλαγμα όλους τους έως τότε δικούς της αιχμαλώτους των κομμουνάρων, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο αρχιεπίσκοπος Παρισιού) και δύο ημέρες μετά, στις 28 Μαρτίου, ανακηρύχθηκε η «Παρισινή Κομμούνα», στην οποία οι «μπλανκιστές» αποτελούσαν την πλειοψηφία.

 

Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΔΙΚΕΣ



Οι κομμουνάροι πάγωσαν τις τιμές στα ενοίκια κατά την διάρκεια του πολέμου, δήμευσαν την εκκλησιαστική περιουσία, πάγωσαν τις πληρωμές των χρεών, εξίσωσαν τους μισθούς των υπαλλήλων και απαγόρευσαν τον ενεχυροδανεισμό και τον τοκισμό. Η σοσιαλιστική εκείνη Δημοκρατία υπήρξε ωστόσο βραχύβια, αφού τον Μάϊο του 1871 ο μοναρχικός γαλλικός στρατός εισέβαλε στο Παρίσι και την κατέλυσε μέσα σε ένα λουτρό αίματος και θέατρο απίστευτης θηριωδίας που κόστισε τις ζωές περισσότερων από 20.000 κομμουνάρων. Ο φυλακισμένος Μπλανκί, του οποίου η υγεία είχε πλέον επιδεινωθεί σοβαρά, καταδικάστηκε σε νέα πολυετή ποινή, ως ηθικός αυτουργός στην εξέγερση.

Το 1872 εκδόθηκε το σχεδόν φιλοσοφικό βιβλίο του «Η Αιωνιότητα μέσα από τα άστρα» (στο οποίο, με βάση την αστρονομία, παρουσίασε λογοτεχνικά την προσωπική του θεωρία περί ύπαρξης παράλληλων κόσμων, των οποίων η Ιστορία είναι όμοια, αλλ’ απλώς διαφέρει στις λεπτομέρειες και τις εκβάσεις της), το δε 1877 μεταφέρθηκε στην φυλακή υψίστης ασφαλείας Chateau d’If σε νησί της Μεσογείου, από όπου αποφυλακίστηκε τον Ιούνιο του 1879 έπειτα από 8 χρόνια παραμονής στην φυλακή, όταν εξελέγη βουλευτής στο διαμέρισμα του Μπορντώ (Bordeaux) στις εκλογές της 20ης Απριλίου του ιδίου έτους.

 

ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΗΔΕΙΑ



Συνέχισε απτόητος την επαναστατική δράση του, η οποία τερματίστηκε μόνον όταν έπαθε καρδιακή προσβολή κατά την διάρκεια μιας ομιλίας του σε επαναστατική πολιτική εκδήλωση στην Salle Ragache του Παρισιού στις 27 Δεκεμβρίου 1880, όπου αντιμετωπίστηκε με καγχασμό από μία μικροομάδα αναιδών νεαρών κομμουνιστών. Ξεψύχησε την Τρίτη 1 Ιανουαρίου 1881 στο νοσοκομείο και τάφηκε στο νεκροταφείο Περ Λεσαίζ (Pere Lachaise) στις 5 Ιανουαρίου. Στην κηδεία του παρευρέθησαν περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι (κατά τον εκδότη και κομμουνάρο Maurice Lachâtre, 1814 – 1900), κυρίως εργάτες και οπαδοί του με κόκκινες σημαίες και μαντίλια, ενώ η αστυνομία βρισκόταν σε αυξημένη επιφυλακή από τον φόβο πιθανής εξέγερσης. Επάνω από τον τάφο του, η θεία του και θαυμάστριά του Μαντάμ Αντουάν κατέστρεψε ένα στεφάνι που είχε τα χρώματα της «tricolore», ως «έμβλημα της τυραννίας», λίγο προτού αρχίσει να εκφωνεί τον επικήδειο λόγο η 50χρονη τότε επαναστάτρια Λουϊζα Μισέλ (Louisa Michel, 1830 – 1905), που επέμενε να ορκίζεται στο όνομά του κάθε φορά που την έσερναν ως κατηγορούμενη στα δικαστήρια.


 Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, είδε το φώς της δημοσιότητας το βιβλίο του «Κοινωνική Κριτική» («Critique Sociale», 1885), στο οποίο διασώθηκαν διάφορα κείμενά του για οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα. Οι οπαδοί του, οι «μπλανκιστές», αφομοιώθηκαν σιγά – σιγά ως «πολιτική τάση» στα, ακόμα επαναστατικά τότε, Σοσιαλιστικά Κόμματα. Κατά την προσφιλή τους τακτική, οι μαρξιστές κομμουνιστές απαξίωσαν και αυτόν τον μεγάλο προγενέστερό τους επαναστάτη, που δήθεν δεν είχε καταλάβει την «αξία» του «προλεταριάτου» και των «μαζών», αν και η Ιστορία του 20ου αιώνα, του αιώνα των λαϊκών ολοκληρωτισμών τόσο της λεγόμενης Δεξιάς όσο και της λεγόμενης Αριστεράς, δικαίωσε πέρα για πέρα την αντίληψη ότι η καταφυγή στην «μάζα» προκαλεί πάντοτε τον πλήρη εκχυδαϊσμό όλων των υψηλών ιδεωδών. Για τον Ένγκελς λ.χ. ο Μπλανκί «ήταν σοσιαλιστής μόνο μέσα από το συναίσθημα, μέσα από την συμπόνια του για τα βάσανα του κόσμου, αλλά δεν έχει ούτε σοσιαλιστική θεωρία, ούτε ξεκάθαρες πρακτικές προτάσεις για τα κοινωνικά προβλήματα. Στην πολιτική του δραστηριότητα υπήρξε κυρίως ένας άνθρωπος της δράσης, πιστεύοντας πως μια μικρή και καλά οργανωμένη μειοψηφία, που θα επιχειρούσε ένα ισχυρό πολιτικό κτύπημα την κατάλληλη στιγμή, θα μπορούσε να συμπαρασύρει τον κόσμο μαζί της με μερικές αρχικές επιτυχίες και άρα να πραγματοποιήσει μια επιτυχημένη επανάσταση… βλέπουμε επομένως, πως ήταν ένας επαναστάτης της προηγούμενης γενιάς».
Η μετά θάνατον κατά βούληση χρήση του εξαιρετικού εκείνου ανθρώπου, δεν τερματίστηκε βεβαίως με τους αυτόκλητους «ειδικούς» της «σωστής» κοινωνικής ανατροπής. Κατά την φάση της μεταστροφής του μετέπειτα Ιταλού δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι από σοσιαλιστή σε λαϊκιστή φασίστα, ο τελευταίος ιδιοποιήθηκε από τον Νοέμβριο του 1914 μέχρι το 1918 ως προμετωπίδα στην εφημερίδα του «Ο λαός της Ιταλίας» («Il Popolo d’ Italia») την φράση του Μπλανκί «όποιος έχει τα σιδερικά (δηλαδή τα όπλα) έχει και ψωμί».



ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΜΠΛΑΝΚΙ:


«Η Αιωνιότητα μέσα από τα άστρα» («L’Eternite par les asters», 1872)

«Κοινωνική Κριτική» («Critique Sociale», 1885)

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΛΑΝΚΙ:

Bernstein Samuel, «Auguste Blanqui and the art of insurrection», London, 1971
Corcoran Paul E., ed., «Before Marx: socialism and communism in France, 1830 – 1848», London, 1983
Da Costa Charles, «Les Blanquistes», Paris, 1912
Dommanget Maurice, «Blanqui et L’Opposition Revolutionnaire a la Fin Du Second Empire», Paris, 1960
Fourniere Eugene, «Les theories socialistes au XIXe siecle de Babeuf a Proudhon», Paris, 1904
Geffroy Gustave, «L’ Enferme», Paris, 1897
Hunt Herbert James, «Le socialisme et le romantisme en France; etude de la presse socialiste de 1830 a 1848», Oxford, 1935.
Hutton Patrick H., «The Cult of the Revolutionary Tradition: The Blanquists in French Politics, 1864 – 1893», Berkeley, 1982
Nomad Max, «Apostles of the Revolution», London, 1939
Paz Maurice, «Un revolutionnaire professionnel, Blanqui», Paris, 1984
Postgate Raymond William, «Revolution from 1789 to 1906», Boston και New York, 1920
Spitzer Alan B., «The Revolutionary Theories of Louis Auguste Blanqui», New York, 1957
Sencier Georges, «Le Babouvisme apres Babeuf», Geneve, 1977
Stewart Neil, «Blanqui», London, 1939
Wasserman Suzanne, «Les Clubs de Barbes et Blanqui en 1848», Paris, 1913
Zevaes Alexandre, «Auguste Blanqui», Paris, 1920



ΠΗΓΗ: Βλάσης Γ. Ρασσιάς   

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Τομάς Γκαρίδο Καναμπάλ


Τομάς Γκαρίδο Καναμπάλ (Tomás Garrido Canabal, Playas de Catazajá, Chiapas, 20 Σεπτεμβρίου 1891 - Los Angeles, California, 8 Απριλίου 1943). Μεξικανός πολιτικός και επαναστάτης, χαρισματικός λαϊκός ηγέτης, αντικληρικαλιστής, σοσιαλιστής και κοινωνικός αναμορφωτής, επί σειρά ετών κυβερνήτης της επαρχίας του Ταμπάσκο, αποκαλούμενος και «Κόκκινος Τοξότης» («El Sagitario Rojo»). 

ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γεννήθηκε από τους εύπορους γαιοκτήμονες Πίο Γκαρίδο Λακρουά(Pio Garrido Lacroix) και Χοσέφα Καναμπάλ Μπράουν (Josefa Canabal Brown), στην «hacienda» του πατέρα της Χοσέφας στο Πλάγιας ντε Καταζάχα της επαρχίας Τσιάπας (Chiapas) του Μεξικού, στις 20 Σεπτεμβρίου 1891.
Μορφώθηκε σε ιδιωτικά σχολεία στην Βιλαερμόσα (Villahermosa, τότε San Juan Bautista de la Villa Hermosa) της επαρχίας του Ταμπάσκο (Tabasco) και την Βερακρούζ (Veracruz) και εν συνεχεία αποφοίτησε από την νομική Σχολή της επαρχίας του Καμπέτσε (Campeche). Ως φοιτητής γνώρισε την Ντολόρες Λιοβέρα Σόσα (Dolores Llovera Sosa), θυγατέρα μιας επιφανούς οικογένειας του Καμπέτσε, την οποία νυμφεύθηκε το 1915 και απέκτησε μαζί της τρία τέκνα, τους Mayitzá Drusso, Soy La Libertad και Lenin Garrido Llovera.
Πολιτικοποιήθηκε από πολύ νωρίς, και ήδη το 1906, σε ηλικία μόλις 15 ετών, ενώ σπούδαζε στο δημόσιο εκπαιδευτήριο «Juárez Institute» της Βιλαερμόσα, συμμετείχε στις φοιτητικές διαδηλώσεις κατά του τότε κυβερνήτη του Ταμπάσκο στρατηγού Μπαντάλα (Abraham Bandala Patiño, 1838 - 1916). Το 1912 ενώ ήδη σπούδαζε στο Καμπέτσε, προσχώρησε τις εκεί ριζοσπαστικές φοιτητικές κινήσεις.

ΜΕΞΙΚΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Τα μεσαία και τελευταία χρόνια της Μεξικανικής Επανάστασης (La Revolución Mexicana, 1910 - 1920), ο νεαρός δικηγόρος ανέλαβε κάποιες δικαστικές θέσεις (στην Βιλαερμόσα και την Πουέμπλα), αλλά και διάφορες πολιτικές θέσεις, αρχικά to 1915 στην υπό τον αντι-κληρικαλιστή Σαλβαδόρ Αλβαράδο (Salvador Alvarado Rubio, 1880 - 1924) τοπική κυβέρνηση του Γιουκατάν (Yukatan) και ένα συνεχεία, το 1916 στην υπό τον Φραντσίσκο Μιούγικα (Francisco J. Múgica Velázquez, 1884 - 1954) τοπική κυβέρνηση του Ταμπάσκο, όταν η πρωτεύουσά του μετονομάστηκε από «Βιλαερμόσα  του Αγίου Ιωάννη Βαπτιστή» σε απλώς «Βιλαερμόσα».
Από τις αλλαγές που επιχείρησε η κυβέρνηση Μιούγικα, ο Γκαρίδο επηρεάστηκε περισσότερο από τις μετατροπές των εκκλησιών σε δημόσια σχολεία και την παλλαϊκή συμμετοχή στην κατασκευή δρόμων. Ήδη από το 1914 υποστήριζε πολιτικά τον μελλοντικό (το 1921) πρόεδρο Αλβάρο Ομπρεγόν (Álvaro Obregón Salido, 1880 - 1928), που έχοντας μόλις ανατρέψει τον δικτάτορα Βικτοριάνο Χουέρτα (José Victoriano Huerta Márquez, 1850 – 1916), σφράγιζε εκκλησίες και φυλάκιζε κληρικούς λόγω της συνεργασίας τους με τον δικτάτορα. Το 1917 προσχώρησε στο άρτι ιδρυθέν από τον Eligio Hidalgo Álvarez «Ριζοσπαστικό Ταμπασκενικό Κόμμα» («Partido Radical Tabasqueño», PRT) και από τον Αύγουστο έως τον Νοέμβριο του 1919, σε ηλικία μόλις 28 ετών, θήτευσε προσωρινός κυβερνήτης του Ταμπάσκο και εν συνεχεία γενικός γραμματέας της κυβέρνησης.

 

ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΑΜΠΑΣΚΟ

Αφοσιωμένος «obregonista», ο Γκαρίδο θήτευσε από τον Νοέμβριο του 1920 κανονικός κυβερνήτης της επαρχίας του Ταμπάσκο, από τον Ιανουάριο του 1923 μάλιστα εκλεγμένος στο νέο συνταγματικό πλαίσιο του Μεξικού, ως υποψήφιος του «Ριζοσπαστικού Ταμπασκενικού Κόμματος» για την θητεία 1923 - 1926, αλλά ανατράπηκε το 1924 από τους στασιαστές κατά του προέδρου Ομπρεγόν, των οποίων ηγείτο ο Αδόλφος ντε λα Χουέρτα (Felipe Adolfo de la Huerta Marcor, 1881 – 1955). Μετά την καταστολή της στάσης του Χουέρτα, την επιστροφή του στην θέση του κυβερνήτη και την ληξη της θητείας του, ανέλαβε νέος κυβερνήτης ο αφοσιωμένος οπαδός του Κρουζ (Ausencia C. Cruz). Από το 1926 ο Γκαρίδο ασκούσε πολιτική δράση ως σοσιαλιστής, όντας πρόεδρος μάλιστα της οργάνωσης «Liga Central de Resistencia». Μετά την λήξη της θητείας του Κρουζ, επέστρεψε στην θέση του κυβερνήτη από τον Ιανουάριο του 1931 έως τον Δεκέμβριο του 1934.
Στην περίπου μιάμιση δεκαετία της παντοδυναμίας του στο Ταμπάσκο, ο Γκαρίδο, που είχε την ικανότητα να πείθει και να συσπειρώνει εύκολα γύρω του τους ανθρώπους που χρειαζόταν, αφιέρωσε την περισσότερη ενέργειά του στην ανόρθωση του μορφωτικού επιπέδου του λαού, ιδίως των νέων ανθρώπων, και στην καταδίωξη του φανατισμού και σκοταδισμού που έσπερνε η Εκκλησία, ενώ παράλληλα φρόντισε για την συνδικαλιστική οργάνωση όλων των σπουδαστών και των εργατών, την βελτίωση των στεγαστικών συνθηκών και των συγκοινωνιών, την χειραφέτηση των γυναικών (στις οποίες έδωσε δικαίωμα ψήφου το 1934) και την βελτίωση του όλου οικονομικού επιπέδου του λαού μέσα από μια σειρά αγροτικών και κοινωνικών αλλαγών. Στην προσπάθειά του για ουσιαστική πρόοδο στο Ταμπάσκο, τόλμησε μάλιστα το 1925 να εκδώσει τον «Νόμο των Δρόμων» («Ley Vial»), σύμφωνα με τον οποίο κάθε χρονιά όλοι οι άνδρες από 18 έως 50 ετών έπρεπε να αφιερώσουν 12 ώρες εργασίας στην επέκταση του οδικού δικτύου του κρατιδίου. Δικαιολογημένα λοιπόν ο πολιτικός Λόπεζ Ομπραδόρ (Andrés Manuel López Obrador, 1952 - ) θα αποκαλέσει αργότερα (1995) το «γκαριδιστικό» Ταμπάσκο «πολιτική Μέκκα του Μεξικού».

ΑΝΤΙ-ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Το αντικληρικαλιστικό έργο του στο Ταμπάσκο, το οποίο η κεντρική κυβέρνηση του Μεξικού χαιρέτησε τότε ως «Εργαστήρι της Επανάστασης» («El laboratorio de la Revolución»), έμεινε ιστορικό, αφού κατόρθωσε να καταστρέψει πλήρως την οργανωτική δομή των θεοκρατών και να κλείσει όλους τους λατρευτικούς τους χώρους. Η «Αντιθρησκευτική Εκστρατεία» («La Campaña Antirreligiosa») ξεκίνησε το 1928 ενώ ήταν ακόμη κυβερνήτης ο Κρουζ, με πλήρη θεωρητική υποστήριξη από τον Γκαρίδο που τόνιζε ότι, για τον λαό, ο δρόμος προς την ελευθερία περνάει υποχρεωτικά μέσα από την καταστροφή του Χριστιανισμού και του αλκοόλ: «πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος με υγιή κρίση να μελετήσει Ιστορία και να μην φθάσει στο συμπέρασμα ότι η θρησκεία και το αλκοόλ υπήρξαν οι μεγαλύτερες πληγές της ανθρωπότητας;». Ως προεόρτιο, δύο χρόνια πριν (1926) είχε εκδώσει νόμο, ο οποίος, καθώς απαγόρευε στους ανύπαντρους χριστιανούς κληρικούς να ιερουργούν, υποχρέωσε το 1927 τον ιησουϊτη (6ο) επίσκοπο του Ταμπάσκο και μετέπειτα (36ο) αρχιεπίσκοπο Μεξικού Πασκουάλ Ντίας (Pascual Díaz y Barreto, 1876 – 1936) να εγκαταλείψει εσπευσμένα το «κρατίδιο των ιακωβίνων».
Στα πλαίσια της «Αντιθρησκευτικής Εκστρατείας», από το 1928 έως και το 1934 ο Τομάς Γκαρίδο, σφράγισε όλες τις εκκλησίες εκτός από δύο, ίδρυσε δεκάδες νέα σχολεία, αφαίρεσε τους σταυρούς από τα νεκροταφεία, απέλασε όλους τους κληρικούς, απαγόρευσε τις νηστείες, συντόνισε οργανωμένες ομάδες νέων σε έναν απηνή πόλεμο κατά της θρησκοληψίας και του αλκοόλ, διοργάνωσε σεμινάρια «απο-φανατισμού» και γνωριμίας του λαού με τον ορθολογισμό και την επιστήμη, και απαγόρευσε ακόμη και τον χαιρετισμό «adiós» που παρέπεμπε στον Θεό.


ΠΗΓΗ: Βλάσης Γ. Ρασσιάς    

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

«La Τerreur n' est autre chose que la justice prompte, severe, inflexible»


Ροβεσπιέρος: Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ 8ΗΣ ΘΕΡΜΙΔΟΡ

«...Kαι τι δεν έχουν κάνει για να καλλιεργήσουν τις διαστροφές ανάμεσά μας; Kι εμείς τι κάναμε εδώ και λίγο καιρό για να τους καταστρέψουμε; Tίποτα, γιατί σηκώνουν με αυθάδεια το κεφάλι και απειλούν ατιμώρητα την αρετή. Tίποτα, γιατί η κυβέρνηση οπισθοχώρησε μπροστά στις φατρίες, κι αυτές βρίσκουν προστάτες ανάμεσα στους εντολοδόχους της δημόσιας αρχής... Όμως, στην πορεία στην οποία βρισκόμαστε, το να σταματήσουμε πριν από το τέρμα ισοδυναμεί με το χαμό μας και εμείς ντροπιασμένοι οπισθοχωρήσαμε. Ενώ εσείς προστάξατε την τιμωρία μερικών καθαρμάτων, υπεύθυνων για όλα μας τα δεινά, αυτοί τολμούν να προβάλλουν αντίσταση στην εθνική Δικαιοσύνη και για χάρη τους θυσιάζονται τα πεπρωμένα της πατρίδας και της ανθρωπότητας. Aς περιμένουμε λοιπόν όλες τις μάστιγες που μπορούν να προκαλέσουν οι φατρίες που κινούνται ατιμώρητα. Στο μέσο τόσων φλογερών παθών, και σε μια τόσο εκτεταμένη επικράτεια, οι τύραννοι, που τα στρατεύματά τους τρέπονται σε φυγή, αλλά περιέργως ούτε αιχμαλωτίζονται ούτε εξοντώνονται, αποτραβιούνται για να σας αφήσουν να γίνετε λεία των εσωτερικών σας διαφωνιών που ανάβουν οι ίδιοι, και μιας στρατιάς από εγκληματίες πράκτορες, που εσείς δεν μπορείτε ούτε καν να τους αντιληφθείτε...»

«...Λαέ, να θυμάσαι ότι όταν μέσα στην Δημοκρατία δεν βασιλεύει η Δικαιοσύνη με απόλυτη μάλιστα εξουσία και όταν αυτή η λέξη δεν σημαίνει την αγάπη για την ισότητα και την πατρίδα, τότε η λευτεριά είναι κακή έννοια. Λαέ, εσύ που σε φοβούνται, σε κολακεύουν και σε περιφρονούν, εσύ, αναγνωρισμένε κυρίαρχε, που σε μεταχειρίζονται πάντα σαν σκλάβο, να θυμάσαι ότι παντού όπου δεν βασιλεύει η Δικαιοσύνη, βασιλεύουν τα πάθη των αξιωματούχων, και τότε ο λαός δεν άλλαξε τα πεπρωμένα του, αλλά τις αλυσίδες του! Nα θυμάσαι ότι μέσα στους κόλπους σου υπάρχει ένας συνασπισμός απατεώνων, που αγωνίζεται ενάντια στη δημόσια αρετή, που έχει περισσότερη επιρροή στις υποθέσεις σου από εσένα τον ίδιο, που σε φοβάται και σε κολακεύει χοντρικά, αλλά συνάμα και σε προγράφει λιανικά στο πρόσωπο του κάθε καλού πολίτη».

«Nα θυμάσαι ότι οι εχθροί σου, όχι μόνο δεν θυσιάζουν αυτή τη φούχτα των απατεώνων για την ευτυχία σου, αλλά επιδιώκουν να θυσιάσουν εσένα για τη φούχτα των απατεώνων, που είναι υπεύθυνοι για όλα τα δεινά, όπως είναι και τα μοναδικά εμπόδια για τη δημόσια ευημερία. Nα ξέρεις ότι κάθε άνθρωπος που θα ξεσηκωθεί για να υπερασπιστεί τη δημόσια αρετή και ηθική, θα καταβληθεί από τους εξευτελισμούς και θα προγραφεί από τους απατεώνες. Nα ξέρεις ότι κάθε φίλος της λευτεριάς θα βρίσκεται πάντα ανάμεσα σε ένα καθήκον και σε μια συκοφαντία, να θυμάσαι ότι αυτοί που δεν θα μπορούν να κατηγορηθούν για προδοσία, θα κατηγορηθούν για φιλοδοξία, να θυμάσαι ότι η επίδραση της χρηστότητας και των ηθικών αρχών θα συγκρίνεται με την δύναμη της τυραννίας και τη βιαιότητα των παρατάξεων, να θυμάσαι ότι η εμπιστοσύνη και η εκτίμησή σου θα είναι τίτλοι προγραφής για όλους τους φίλους σου, να θυμάσαι ότι οι κραυγές του καταπιεσμένου πατριωτισμού θα χαρακτηρίζονται κραυγές εξέγερσης και ότι εφόσον δεν θα τολμούν να επιτεθούν σε σένα μαζικά, θα σε προγράφουν λιανικά στο πρόσωπο όλων των καλών πολιτών, μέχρις ότου οι φιλόδοξοι να οργανώσουν την τυραννία τους».

«Aυτή είναι η εξουσία των τυράννων που εξοπλίζονται εναντίον μας, αυτή είναι η επίδραση του συνασπισμού τους πάνω σε όλους τους διεφθαρμένους ανθρώπους, που είναι πάντα έτοιμοι να τους υπηρετήσουν. Έτσι λοιπόν, τα καθάρματα μάς επιβάλλουν το νόμο της προδοσίας του λαού, γιατί αλλιώς θα χαρακτηριζόμασταν δικτάτορες. Θα προσυπογράψουμε τον νόμο; Όχι: θα υπερασπιστούμε τον λαό, με αντάλλαγμα την εκτίμησή του. Aς οδηγηθούν αυτοί στο ικρίωμα από τον δρόμο του εγκλήματος, κι εμείς από τον δρόμο της αρετής».

Μια ακόμα ιστοσελίδα


Στην εποχή μας το σύστημα όλο και πετυχαίνει και συρρικνώνει την δυνατότητα των ανθρώπων να σκέφτονται και να οργανώνονται με αποτέλεσμα να μην αντιστέκονται. Η ιδέα και προβολή της ελευθερίας είναι επαναστατική πράξη από μόνη της. Σε αυτή την σελίδα παρουσιάζονται συγγραφείς, στοχαστές και επαναστάτες που υπηρέτησαν και υπηρετούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ελευθερία.