Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Κορνήλιος Καστοριάδης: Για το «πολιτικό»



Ο ισχυρότερος στρατός του κόσμου δεν θα σας προστατεύσει εάν δεν σας είναι πιστός, και εάν το έσχατο θεμέλιο της πίστης του δεν είναι η φαντασιακή του πεποίθηση για την επίσης φαντασιακή σας νομιμότητα και ισχύ. Συνεπώς θα υπάρχει πάντα ρητή εξουσία μέσα σε μια κοινωνία, εκτός εάν αυτή η κοινωνία κατορθώσει να μετατρέψει τα άτομα σε αυτόματα που έχουν τελείως εσωτερικεύσει την θεσμισμένη τάξη και να κατασκευάσει μια χρονικότητα η οποία εκ των προτέρων επικαλύπτει ο,τιδήποτε μπορεί να συμβεί στο μελλον, πράγματα αδύνατα.

Αυτή η διάσταση της θέσμισης της κοινωνίας που αφορά την ρητή εξουσία δηλαδή την ύπαρξη αρχών που μπορούν να εκφέρουν κυρώσιμες επιταγές, αυτή η διάσταση είναι η διάσταση του Πολιτικού (όχι του πολιτικού ανδρός, αλλά του Πολιτικού στοιχείου, όπως λέμε το Πολιτικό, το Κοινωνικό, το Οικονομικό, το Φιλοσοφικό, το Οντολογικό κλπ.). Αυτές οι αρχές μπορεί να είναι ολόκληρη η φυλή, μπορεί να είναι οι γέροντες, μπορεί να είναι οι πολεμιστές, μπορεί να είναι ένας αρχηγός, μπορεί να είναι ο δήμος, μπορεί να είναι ένας γραφειοκρατικός μηχανισμός, μπορεί να είναι ένας δημαγωγός, μπορεί να είναι ο,τιδήποτε άλλο. Αυτό που είναι οντολογικά ουσιαστικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας όπως την ξέρουμε, είναι η εξουσία μ' αυτήν την έννοια. Αυτή η εξουσία δεν είναι κράτος. Κράτος σημαίνει κάτι τελείως διαφορετικό. Ο δήμος των Αθηναίων δεν ήταν κράτος. Κράτος υπάρχει εκεί που υπάρχει κρατικός μηχανισμός χωριστός από την κοινωνία και στην πράξη ανεξέλεγκτος, όπως τον βλέπουμε σήμερα ακόμα και στις λεγόμενες «δημοκρατικές» χώρες, δηλαδή στις χώρες όπου ισχύει ένα καθεστώς φιλελεύθερης ολιγαρχίας.

Τελευταία δημιουργείται σύγχυση με την διόγκωση του όρου «Πολιτικό», κυρίως στην Γαλλία μα και αλλού. Το Πολιτικό πρέπει να το κρατήσουμε για αυτό που ονόμασα διάσταση της πολιτικής εξουσίας και που υπάρχει σ' όλες τις κοινωνίες. Υπάρχει και μια ακόμα σύγχυση επάνω στην οποία πρέπει να επιμείνουμε. Πολλές φορές στο εξωτερικό ακούει κανείς ανθρώπους και συγγραφείς σοβαρούς να λένε: οι Έλληνες ανακάλυψαν το Πολιτικό. Μπορούμε να πιστώσουμε τους Έλληνες, φυσικά εννοώ τους Αρχαίους, με πολλά πράγματα και ιδίως με άλλα πράγματα από αυτά που συνήθως τους πιστώνουμε, αλλά ασφαλώς όχι με την ανακάλυψη ή την δημιουργία της θέσμισης της κοινωνίας ή καν της ρητής εξουσίας. Οι Έλληνες δεν ανακάλυψαν το Πολιτικό με την έννοια της διαστάσεως μίας ρητής εξουσίας, που είναι πανταχού παρούσα στη θέσμιση κάθε κοινωνίας. Αυτό που ανακάλυψαν, ή μάλλον δημιούργησαν, είναι κάτι τελείως άλλο, είναι η Πολιτική.

Πολλές φορές γίνεται συζήτηση (υπάρχει περίπου ανάλογη περίπτωση για την Φιλοσοφία) εάν υπήρχε Πολιτική πριν από τους Έλληνες. Αυτή η συζήτηση είναι μάταιη, οι όροι είναι ασαφείς, και οι σκέψεις συγκεχυμένες. Πριν από τους Έλληνες, όπως και μετά από τους Έλληνες, υπήρχαν εξουσίες, υπήρχαν δολοπλοκίες, υπήρχαν συνωμοσίες, υπήρχαν δολοφονίες, υπήρχαν και σκάνδαλα, υπήρχε ένας καταπληκτικός τρόπος διαχείρισης της εξουσίας ή ακόμα και βελτίωσής της, λ.χ. στην Κίνα. Όλοι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί άνθρωποι φαίνονται αφελείς σε σχέση με την πολιτική τέχνη των ευνούχων των Κινέζων αυτοκρατόρων. Αλλά σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει Πολιτική, διότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση της θεσμισμένης εξουσίας και γενικότερα της θέσμισης της εξουσίας. Βέβαια συναντάμε στην Ιστορία φορές όπου υπάρχουν αλλαγές ρητές και αποφασισμένες ορισμένων θεσμών και μερικές φορές μάλιστα ριζικές αναθεσμίσεις, λ.χ. του «Μωυσή» ή του Μωάμεθ. Αλλά σ' αυτές τις περιπτώσεις ο νομοθέτης επικαλείται μια θεσμιστική εξουσία που είναι θείω δικαίω. Είτε ως προφήτης, είτε ως θείω δικαίω βασιλεύς, επικαλείται ή παρουσιάζει «ιερά βιβλία». Όμως αν οι Έλληνες μπόρεσαν να δημιουργήσουν την Πολιτική, την Δημοκρατία, την Φιλοσοφία, είναι επίσης επειδή δεν είχαν «ιερά βιβλία», δεν είχαν αποκαλυμμένη αλήθεια και δεν είχαν προφήτες. Είχαν ποιητές, είχαν φιλοσόφους, είχαν νομοθέτες και είχαν πολίτες. Δεν υπήρχε κανένας που να έλεγε: εδώ σταματάει η έρευνα διότι αυτά λέει το τάδε εδάφιο του «Δευτερονομίου» ή των εδαφίων αυτών μπορείτε να κάνετε ερμηνεία, αλλά πάντως όχι ανασκευή. Δεν είναι έτσι;

Η Πολιτική, όπως δημιουργήθηκε από τους Έλληνες, ήταν η θέση υπό αμφισβήτηση, υπό ρητή αμφισβήτηση, της θεσμισμένης κοινωνίας. Αυτό προϋποθέτει -και αυτό ελέχθη ρητά ήδη τον 5ο αιώνα- ότι τεράστια τμήματα αυτής της θέσμισης της κοινωνίας δεν έχουν τίποτε το «ιερό», ούτε το «φυσικό», αλλά ανήκουν ακριβώς σ' αυτό που οι Έλληνες έλεγαν, με τη βαθύτερη και πλατύτερη σημασία του όρου, «Νόμος». Δεν θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω την καταπληκτική αυτή λέξη, αλλά στους Έλληνες είναι καθοριστική η αντίθεση ανάμεσα στον Νόμο και την Φύση. Οι Έλληνες έχουν τον Νόμο τους, οι Πέρσες έχουν άλλο Νόμο, «τέτοιος είναι ο Νόμος των Αιγυπτίων» λέει ο Ηρόδοτος. Ο Νόμος είναι αυτό που κάθε κοινωνία δημιουργεί για να ρυθμίσει την ύπαρξή της και την συνολική συνύπαρξη των ανθρώπων. Και χρειαζόταν αυτή φυσικά η φαντασιακή σημασία η οποία τυγχάνει να είναι αληθινή δηλαδή ότι όλοι οι θεσμοί είναι ανθρώπινα δημιουργήματα και όχι απόρροια «φυσικών νόμων» ή «θείων επιταγών», για να μπορέσει να αρχίσει αυτή η καταπληκτική πολιτική και φιλοσοφική δημιουργία που άρχισε στην Αρχαία Ελλάδα.

Η δημοκρατική κίνηση, το δημοκρατικό κίνημα στην Αρχαία Ελλάδα δεν προσβάλλει μόνον την ρητή εξουσία προσπαθώντας να την αναθεσμίσει, αλλά προσπαθεί να αναθεσμίσει πολύ πλατύτερους τομείς της κοινωνίας, και αυτό συμβαίνει κατ' εξοχήν στην Αθήνα. Φυσικά αυτό το δημοκρατικό κίνημα δεν επιτυγχάνει παντού. Τουλάχιστον στις μισές αρχαίες πόλεις αποτυγχάνει, ή δεν κατορθώνει καν να ξεκινήσει. Αυτό όμως δεν εμποδίζει την ανάδυσή του να ασκεί μια βαθιά επιρροή σε όλες τις πόλεις, ακόμη και σ' αυτές που δεν έγιναν ποτέ δημοκρατικές, έστω και μόνον διότι τα ολιγαρχικά ή τα τυραννικά καθεστώτα είναι υποχρεωμένα απέναντι στο δημοκρατικό κίνημα να εμφανισθούν σαν αυτό που είναι και να ονομασθούν ολιγαρχικά ή τυραννικά. Το κίνημα αυτό αφορά την συνολική αναθέσμιση της κοινωνίας και συμπεριλαμβάνει την δημιουργία της Φιλοσοφίας, η οποία (και για αυτό ακριβώς μπορούμε να πούμε ότι γεννιέται στην Ελλάδα) δεν είναι πλέον ούτε σχολιασμός, ούτε ερμηνεία παραδοσιακών κειμένων, ιερών κειμένων, αλλά είναι ipso facto επερώτηση της σημαντικότερης διάστασης της θέσμισης της κοινωνίας, δηλαδή των παραστάσεων και των κανόνων κατά τους οποίους ζει η φυλή και ακόμα και της ίδιας της έννοιας της Αλήθειας.

Φυσικά μία αλήθεια κοινωνική και κοινωνικά θεσμισμένη υπάρχει παντού και πάντοτε, αλλιώς δεν θα μπορούσε να υπάρξει κοινωνία. Σε κάθε κοινωνία πρέπει να υπάρχει η ιδέα ότι αν κάποιος λέει ότι είδε ένα λιοντάρι στο τάδε σημείο της σαβάνας ενώ δεν υπήρχε λιοντάρι, αυτός ψεύδεται. Αλλά αυτού τού είδους την αλήθεια είναι σωστότερο να την ονομάσουμε απλώς ορθότητα, ξαναπαίρνοντας μια διάκριση του Γερμανού φιλοσόφου Λάσκ. Αυτό που οι Έλληνες δημιούργησαν πέρα απ' αυτή την κοινωνική ορθότητα, δηλαδή την συμφωνία με τους κοινωνικούς κανόνες που καθορίζουν ότι κάτι λέγεται σωστά και ανταποκρίνεται σ' αυτό που η κοινωνία έχει ορίσει κάθε φορά ως πραγματικότητα, είναι η Αλήθεια ως ατελείωτη κίνηση της σκέψης, η οποία διαρκώς θέτει υπό δοκιμασία τα όριά της και επιστρέφει επάνω στον εαυτό της, αυτό που ονομάζω ανακλαστικότητα ή αναστοχασμό. Έτσι δημιουργούν την Φιλοσοφία ως Δημοκρατική Φιλοσοφία. Η Φιλοσοφία στην Αρχαία Ελλάδα δεν είναι υπόθεση των ραβίνων, των ιερομονάχων, των θεολόγων, των αυλικών ή των ερημιτών, αλλά των πολιτών, που θέλουν να συζητήσουν μέσα σ' έναν δημόσιο χώρο που δημιουργείται απ' αυτό το ίδιο το κίνημα.

Η ελληνική Πολιτική, όπως και η Πολιτική κατά τον Ορθόν Λόγον μπορούν συνεπώς να ορισθούν ως η ρητή συλλογική δραστηριότητα που θέλει τον εαυτό της διαυγασμένο, δηλ. ανακλαστικό, στοχαστικό και βουλευτικό, και που έχει ως αντικείμενο την θέσμιση της κοινωνίας ως τέτοιας. Συνεπώς, αντιστοιχεί με την εμφάνιση στο φως της ημέρας, βέβαια μόνον μερική, αυτοπροσώπως τού θεσμίζοντος φαντασιακού. Αυτή η εμφάνιση στο φως της ημέρας του θεσμίζοντος φαντασιακού απεικονίζεται δραματικά, αν όχι αποκλειστικά, στις στιγμές που ονομάζουμε επανάσταση. Η πολιτική δημιουργείται όταν η θεσμισμένη κοινωνία τίθεται υπό αμφισβήτηση ως τέτοια και σε διάφορες όψεις και διαστάσεις της. Αυτό συνεπάγεται αμέσως ότι η αλληλεγγύη των διαφόρων όψεων και διαστάσεων της κοινωνίας γίνεται εμφανής και ταυτοχρόνως ότι μια άλλη σχέση δημιουργείται ανάμεσα στο θεσμίζον και στο θεσμιζόμενο. Αρκεί να σκεφθεί κανείς την διαφορά ανάμεσα στη ρήτρα με την οποία αρχίζουν τόσα εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης: «και είπεν ο Θεός», και στη ρήτρα με την οποία αρχίζουν οι αθηναϊκοί νόμοι: «έδοξεν τη Βουλή και τω Δήμω». Ο Νόμος είναι η δόξα μας και ξέρουμε ότι είναι η δόξα μας. Συνεπώς, όχι μόνο τον εκάναμε, αλλά εάν σκεφθούμε εύλογα, στοχαστικά και βουλευτικά ότι πρέπει να τον αλλάξουμε, μπορούμε να τον αλλάξουμε, δεν είμαστε αποξενωμένοι απ' την ίδια μας την δημιουργία.

Η δημιουργία από τους Έλληνες της Πολιτικής και της Φιλοσοφίας είναι η πρώτη ιστορική ανάδυση του προτάγματος της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας. Εάν θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι πρέπει να κάνουμε οι ίδιοι τους νόμους μας. Οι ίδιοι σημαίνει οι ίδιοι. Δεν σημαίνει μέσω βουλευτών. Εάν θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, κανένας δεν μπορεί να τολμήσει να μας πει τι πρέπει να κάνουμε και τι να σκεπτόμαστε. Αλλά ελεύθεροι ως πού και κατά ποιόν τρόπο; Αυτό είναι το ερώτημα της πραγματικής Πολιτικής, το οποίο σήμερα συσκοτίζεται μέσα στο όλο καρναβάλι της εποχής, από τις ψευτοφιλοσοφικές συζητήσεις για το πολιτικό ή για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή για το φυσικό δίκαιο.
  
ΠΗΓΗ: απόσπασμα από ομιλία του στην Ελλάδα το 1989

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

«Γράκχος» Μπαμπέφ

 


Φρανσουά - Νοέλ Εμίλ «Γράκχος» Μπαμπέφ (Gracchus Babeuf, 23 Νοεμβρίου 1760 – 27 Μαϊου 1797). Γάλλος ουτοπιστής – σοσιαλιστής επαναστάτης του τέλους του 18ου αιώνα, που τον απεκάλεσαν «Προμηθέα του Προλεταριάτου». Καταγόταν από φτωχή οικογένεια του Saint Qentin και είχε εργαστεί σκληρά για να εξοικονομήσει τα απαραίτητα για την ζωή του (έως το 1785 ως υπηρέτης και έως το 1789 ως κλητήρας).


ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ:


Γεννήθηκε στο Saint Qentin στην πάμφτωχη οικογένεια του Κλωντ Μπαμπέφ (Claude Babeuf), παλαιού στρατιώτη από το καλβινιστικό χωριό Bobeuf ή Baboeuf της Πικαρδίας που είχε αυτομολήσει το 1738 στον αυστριακό στρατό, είχε προαχθεί σε δάσκαλο της Αυλής και είχε επιστρέψει στην Γαλλία μετά από αμνηστία που χορηγήθηκε το 1755. Όπως και ο φτωχός πατέρας του (που σημειωτέον δίδαξε ωστόσο στα παιδιά του τα γερμανικά και μαθηματικά που γνώριζε) έτσι και ο νεαρός Φρανσουά – Νοέλ, χρειάστηκε από 14 ετών να εργαστεί σκληρά για να εξοικονομήσει η οικογένειά του αλλά και ο ίδιος τα απαραίτητα για την συντήρησή της. Ο πατέρας του είχε πεθάνει ήδη από το 1780 και έκτοτε έπεσε αποκλεισιτκά στον Φρανσουά – Νοέλ η ευθύνη να συντηρήσει την μητέρα του και τα αδέλφια του, καθώς αργότερα και την σύζυγό του και τους τρεις δικούς του υιούς. Λέγεται ότι λίγο πριν ξεψυχήσει ο πατέρας του, έδωσε στον 20χρονο Φρανσουά – Νοέλ ένα φθαρμένο αντίτυπο των «Παράλληλων Βίων» του Πλουτάρχου με την ευχή να τον συνοδεύει σε όλες τις χαρές και λύπες της ζωής και επίσης τον όρκισε επάνω στο στρατιωτικό του ξίφος να μάχεται πάντοτε για τα δίκαια των ανθρώπων.

Στις 13 Νοεμβρίου 1782 ο Μπαμπέφ νυμφεύθηκε μία νεαρή κοπέλα από την Αμιένη, υπηρέτρια στο σπίτι κάποιων αριστοκρατών όπου και ο ίδιος εργαζόταν ως υπηρέτης. Συνέχισε να εργάζεται ως υπηρέτης μέχρι το 1784, οπότε και μετακόμισε οικογενειακώς στο Ροϊ (Roye), όπου βρήκε μία πολύ καλή και οικονομικά αποδοτική εργασία, ως κλητήρας του κτηματολογίου, μέχρι το 1789 που ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση. Το 1787 συνέγραψε το πρώτο κείμενό του με τίτλο «Διαρκές Κτηματολόγιο», που το εξέδωσε, καθώς και την μπροσούρα «La nouvelle distinction des ordres par M. de Mirabeau»,  το 1790 στο Παρίσι με τον τίτλο «Cadastre perpetuel, dedie a l’assemblee nationale, l’an 1789 et le premier de la liberte francaise», μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα της Γαλλικής Επανάστασης, όπου είχε παρακολουθήσει από κοντά την κατάληψη και κατεδάφιση της Βαστίλης και την δράση των «Αβράκωτων» ή «Σανκιλότ». Έχοντας ωστόσο συγκλονιστεί από το θέαμα του καρφωμένου σε ένα κοντάρι κεφαλιού του Φουλόν (Foulon) που περιφερόταν από τον όχλο στην οδό Faubourg Saint-Martin εν μέσω γενικής χαράς και τραγουδιών, σε μια επιστολή προς την σύζυγό του έδειχνε πολύ προβληματισμένος για το απίστευτο μέγεθος ανελέητης βιαιότητας που μπορούσε να εκδηλώσει το πλήθος: «να’ ξερες πόσο με αρρώστησε όλη αυτή η χαρά του πλήθους!… Όλες εκείνες οι τιμωρίες του παρελθόντος, οι διαμελισμοί, τα βασανιστήρια, ο τροχός, η πυρές, οι μαστιγώσεις, οι κάθε είδους εκτελέσεις, μας έχουν αποκτηνώσει! Αντί να μας εξημερώσουν, οι αφέντες μας μάς έχουν αποβαρβαρώσει, αφού βάρβαροι ήσαν και παραμένουν και αυτοί οι ίδιοι… Αυτό, φτωχή μου γυναίκα, θα έχει κατ’ όπως δείχνουν τα πράγματα συνέπειες φρικτές! Και μάλλον βρισκόμαστε μόνο στην αρχή!». 

 

ΟΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ:


Μετά από αρθρογραφία σε διάφορες ριζοσπαστικές εφημερίδες της εποχής με τα ψευδώνυμα «Καμίλλος» («Camille») και «Γράκχος» («Gracchus», σε ανάμνηση των μεταρρυθμιστών αδελφών Γράκχων, μαρτύρων της αρχαίας ρωμαϊκής Δημοκρατίας) άρχισε να αποκτά την φήμη του εξτρεμιστή, συνελήφθηκε ως τέτοιος στις αρχές του Ιουλίου 1790, αλλά έτυχε της άμεσης υποστήριξης της εφημερίδας του Zαν Πωλ Μαρά (Jean Paul Marat) «Φίλος του Λαού» («Ami du Peuple») και αφέθηκε ελεύθερος μετά από μερικές ημέρες. Τον Οκτώβριο του 1790 μετακόμισε στο Ροϊ, από όπου εξέδιδε για μερικούς μήνες την επαναστατική εφημερίδα «Ο ανταποκριτής της Πικαρδίας» («Le Correspondant Picard»), η οποία σταμάτησε μετά από 40 συνολικά τεύχη. Το σκληρό ύφος των άρθρων του τού κόστισε τελικά 200 μηνύσεις σε διάστημα 6 μόλις μηνών και μια ακόμη σύλληψη και φυλάκιση, ενώ παύθηκε από δημοτικός σύμβουλος στην δημαρχεία του Ροϊ, όπου είχε εκλεγεί τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Τον Μάρτιο του 1791 πάντως, και ενώ ήδη η σύζυγός του είχε υποχρεωθεί να πουλήσει τα έπιπλα του σπιτιού τους για να πληρώσει τα χρέη της οικογένειας, διορίστηκε εντεταλμένος για την καταγραφή της εθνικής περιουσίας («biens nationaux») στο Ροϊ, αλλά μετά από μερικούς μήνες διώχθηκε και από εκεί επειδή προπαγάνδιζε την ανάγκη διανομής των αμφίβολης ιδιοκτησίας χωραφιών και γενικά απέκτησε πάμπολλους εχθρούς λόγω της αδιαλλαξίας του σε ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Στα μέσα του καλοκαιριού του 1793 έφυγε για το επαναστατημένο Παρίσι όπου διορίστηκε γραμματέας στην «Επιτροπή Επισιτισμού» («Comite des subsistances») της Κομμούνας, ενώ στις 23 Αυγούστου καταδικάστηκε ερήμην από δικαστήριο του Somme σε 20ετή φυλάκιση με βάση ένα στημένο από τους εχθρούς του κατηγορητήριο περί υποτιθέμενης «πλαστογραφίας» κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στο Ροϊ.

Σε υλοποίηση της δικαστικής απόφασης συνελήφθη τον μήνα Μπρυμαίρ του έτους 2 της Δημοκρατίας (τον Νοέμβριο 1793) στο σπίτι του στο Παρίσι (επί της οδού Porte St Honore, αριθμός 27), δυνάμει εντάλματος που είχαν εκδώσει οι δικαστικές αρχές της Αμιένης, φυλακίστηκε στο Abbaye και στις 18 Ιουλίου 1794 (28 Φλορεάλ του έτους 2) δικάστηκε στο κακουργιοδικείο του Aisne στο Λαόν (Laon), όπου όμως οι δικαστές ακύρωσαν ομόφωνα την καταδικαστική απόφαση των δικαστών του Somme και τον αθώωσαν πανηγυρικά, αποφαινόμενοι ότι η όλη υπόθεση ξεκίνησε από προσωπικό φθόνο φιλομοναρχικών στοιχείων. Μετά την αθώωσή του, επέστρεψε για λίγο στο Παρίσι, αλλά δεν έζησε από κοντά την ανατροπή και καρατόμηση του Ροβεσπιέρου και την πλήρη επικράτηση των αντεπαναστατικών στοιχείων στην Συμβατική Εθνοσυνέλευση λίγες ημέρες αργότερα, στις 9 Θερμιδώρ του έτους 2 (27 Ιουλίου 1794), γιατί απουσίαζε στο Λαόν, όπου βρισκόταν ο βαριά άρρωστος υιός του Εμίλ (Emile). Όταν ξαναγύρισε στο Παρίσι εξέδωσε από τις 3 Σεπτεμβρίου του 1794 (στα τέλη δηλαδή του έτους 2) την εφημερίδα «Για την Ελευθερία του Τύπου» («Journal de la Liberte de la Presse»), αρχικά με θέσεις κατά των ανατραπέντων «τρομοκρατών» και υπέρ των «θερμιδωριανών».

 

Η ΥΙΟΘΕΤΗΣΗ «ΡΟΒΕΣΠΙΕΡΙΚΩΝ» ΘΕΣΕΩΝ:


Μέσα σε έναν μόλις μήνα ωστόσο, μετακινήθηκε προς τις ροβεσπιερικές θέσεις, ιδίως όταν στις 5 Οκτωβρίου (ή 4η Βεντεμιαίρ του έτους 3) μετονόμασε την εφημερίδα του σε «Βήμα του Λαού» («Tribune du Peuple») και υιοθέτησε μόνιμα πλέον το όνομα «Γράκχος». Εξαιτίας της δριμύτητας των άρθρων του, των αντι-ιδιοκτησιακών θέσεών του, αλλά και της ανοικτής ηθικής και ιδεολογικής υποστήριξης που εξέφρασε τώρα πια προς τους πεσόντες Ροβεσπιέρο, Σαιν Ζυστ και Κουτόν, συνελήφθη πριν καν τελειώσει ο Οκτώβριος και φυλακίστηκε για ένα διάστημα στο Αρράς (Arras), όπου γνώρισε φυλακισμένους «τρομοκράτες» ροβεσπιεριστές, όπως τον γνωστό εκδότη της «Επιθεώρησης της Ισότητας» («Journal de l’ Εgalite») Λεμπουά (Lebois).

Αποφυλακίστηκε για λίγο, τοποθετήθηκε ξανά υπέρ του Ροβεσπιέρου και υπέρ του Συντάγματος του 1793 στο τεύχος 33 της εφημερίδας του και φυλακίστηκε ξανά τον Φεβρουάριο του 1795, ενώ οι εξτρεμιστές της φιλομοναρχικής αντι-ιακωβινικής οργάνωσης «Χρυσή Νεολαία» («Jeunesse Doree») έσπασαν τα σφραγισμένα γραφεία της ενοχλητικής εφημερίδας και έκαψαν δημόσια τα αντίτυπα που βρήκαν σε μια μεγάλη πυρά έξω από το Theatre des Bergeres. Όπως αναφέρει ο Ernest Belfort Bax, στην αλληλογραφία του Μπαμπέφ που βρέθηκε στο σπίτι του και κατασχέθηκε από την αστυνομία, υπήρξε και μία επιστολή με την οποία απαντούσε στον «Εμπεριστή» (οπαδό του εξτρεμιστή Εμπέρ που καρατομήθηκε την άνοιξη του 1794) Joseph Bodson ότι ο ίδιος ο Μπαμπέφ και οι ομοϊδεάτες του αποτελούσαν τους «δεύτερους Γράκχους» της Γαλλικής Επανάστασης, θεωρώντας ως «πρώτους Γράκχους» τους Ροβεσπιέρο, Σαιν Ζυστ, Κουτόν και τους υπόλοιπους εξοντωθέντες «ροβεσπιεριστές»: «να αποδώσουμε στον Ροβεσπιέρο την τιμή που του αξίζει, ώστε επιτέλους όλοι οι οπαδοί του να σηκωθούν ξανά και να θριαμβεύσουν… Ο Ροβεσπιερισμός είναι η Δημοκρατία, οι δύο όροι είναι ταυτόσημοι. Η αναζωογόνηση του Ροβεσπιερισμού εγγυάται την αναζωογόνηση της Δημοκρατίας». 



Στην φυλακή Plessis, όπου έμεινε φυλακισμένος για περίπου 8 μήνες, γνώρισε τον Ιταλό επαναστάτη και «ροβεσπιεριστή» Φίλιππο Μπουοναρόττι (Filippo Giuseppe Maria Ludovico Buonarrotti ή Buonarroti, 1761 – 1837), τον οικοδεσπότη του Ροβεσπιέρου Μωρίς Ντυπλαί (Maurice Duplay) και τον επίσης «ροβεσπιεριστή» Μαρκ Αντουάν Ζυλιέν (Marc Antoine Julien). Μετά την δεύτερη αποφυλάκισή του στις 31 Οκτωβρίου του ιδίου έτους (ή στις 4 Μπρυμαίρ του έτους 4), με την γενική αμνηστία που έδωσε η Συμβατική, και εκμεταλλευόμενος την πείνα που είχε πέσει στον λαό μετά από την κατάργηση των οικονομικών μέτρων των ροβεσπιεριστών, ενέτεινε μέσα από τις σελίδες του «Βήματος του Λαού» (που επανεκδόθηκε από το 35ο του τεύχος) την πολεμική του προς το καθεστώς του «Διευθυντηρίου» (σε αναφορές των χαφιέδων της αστυνομίας που χρονολογούνται από τον Νοέμβριο του 1795 καταγγελλόταν ότι «προέτρεπε σε στάση, εξέγερση και εφαρμογή του Συντάγματος του 1793»).

 

ΑΠΟ ΤΗΝ «ΛΕΣΧΗ ΤΟΥ ΠΑΝΘΕΟΥ» ΣΤΗΝ «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΩΝ ΙΣΩΝ»:


Τον επόμενο μήνα συμμετείχε με τον Μπουοναρόττι στην ίδρυση της φιλο-ιακωβινικής οργάνωσης «Λέσχη του Πανθέου» («Societe du Pantheon»), που έλαβε το όνομά της από την πλατεία όπου πραγματοποιούσε τις συγκεντρώσεις της. Το «Βήμα του Λαού» απετέλεσε εφεξής το επίσημο όργανο της οργάνωσης, η οποία στις αρχές του 1796 αριθμούσε 17.000 μέλη, αρκετά από τα οποία ήσαν και μέλη της φρουράς του Παρισιού ή μέλη του ιακωβινικού στρατιωτικού σώματος «Πατριώτες του ’89», το οποίο είχε χρησιμοποιήσει πριν από λίγους μήνες το «Διευθυντήριο» κατά των μοναρχικών. Οι τακτικές νυκτερινές συγκεντρώσεις της «Λέσχης του Πανθέου» κάτω από το φως πυρσών, η αίτησή τους στις αρχές να ιδρύσουν λατρεία του «Φυσικού Νόμου» ως «θρησκευτική» διάσταση του πολιτικού αιτήματος για Ισότητα, η ταχεία επικράτηση της τάσης του Μπαμπέφ και η εντονότατη ανησυχία των «φιλήσυχων νοικοκυραίων» του Παρισιού (που στις δραστηριότητες εκείνων που αποκαλούσαν «συμμορίτες» διέβλεπαν επιστροφή του «ροβεσπιερισμού»), έδειξαν στο «Διευθυντήριο» ότι έπρεπε να προγραμματίσει άμεση καταστολή. Τελικά στις 27 Φεβρουαρίου 1796 ο Ναπολέων Βοναπάρτης προέβη κατ’ εντολή του «Διευθυντηρίου» στην διάλυση της «Λέσχης», με αποτέλεσμα όμως να προχωρήσει άμεσα ο Μπαμπέφ μαζί με αδιάλλακτους αριστερούς Ιακωβίνους (Λεμπουά, Μπουοναρόττι, Νταρτέ, Λιντέ, κ.ά.) στην ίδρυση της «Ένωσης των Δικαίων» ή «Εταιρείας των Ίσων» («Societe des Egaux»), η οποία απετέλεσε ιστορικά την πρώτη μεγάλη σοσιαλιστική επαναστατική οργάνωση της Γαλλίας.
Ήδη μερικές ημέρες πριν από την διάλυση της «Λέσχης του Πανθέου», ο Μπαμπέφ κατεζητείτο από την αστυνομία και συνεπώς ίδρυσε την νέα οργάνωση και συντόνιζε τις ενέργειές της από το παρισινό κρησφύγετο του, και από εκεί επίσης σύστησε στις 30 Μαρτίου (10 Ζερμινάλ του έτους 4) το επταμελές «Μυστικό Διευθυντήριο» της οργάνωσης. Έχοντας αποφασίσει να κλείσει το ενοχλητικό «Βήμα του Λαού», το καθεστωτικό «Διευθυντήριο» είχε στείλει στα μέσα του Φεβρουαρίου έναν αξιωματούχο του στο σπίτι του Μπαμπέφ με εντολή να κατάσχει ό,τι αφορούσε την εφημερίδα, όμως αυτός ξυλοκοπήθηκε από τον Μπαμπέφ και πετάχθηκε στον δρόμο. Αντιμετωπίζοντας συνεπώς άμεση σύλληψη και φυλάκισή του, ο Μπαμπέφ κατέφυγε σε ένα κρυσφήγετο (στο σπίτι του ράφτη Τισώ, Tissot, στην οδό Grande Truanderie 21) που του είχε παράσχει ο «ροβεσπιεριστής» Ωγκυστέν Νταρτέ (Augustin Alexandre Darthe, 1769 – 1797), ενώ η αστυνομία συνέλαβε και φυλάκισε αντ’ αυτού την σύζυγο και τα παιδιά του. Από την παρανομία ο Μπαμπέφ κατόρθωσε να εκδώσει μερικά ακόμη τεύχη του «Βήματος του Λαού», μέχρι το τελευταίο 43ο τεύχος, υποστηριζόμενος οικονομικά από μέλη της «Λέσχης του Πανθέου» και ομοϊδεάτες του από το Αρράς. Στο 40ο τεύχος ο Μπαμπέφ κάλεσε ενυπόγραφα τον λαό σε εξέγερση και απεκάλεσε την κυβέρνηση «μαέστρους της πείνας, αιματοπότες, τυράννους, δήμιους, απατεώνες και τσαρλατάνους», στο δε τελευταίο 43ο «πύρινο» τεύχος στις 16 Απριλίου 1796 (5 Φλορεάλ του έτους 4), επετέθηκε για μία ακόμη φορά στην τυραννία του «Διευθυντηρίου»: «Όλα έχουν τελειώσει. Η τρομοκρατία ενάντια στον λαό είναι η έννομη τάξη του σήμερα. Δεν μας επιτρέπεται πια να μιλάμε, δεν μας επιτρέπεται πια να διαβάζουμε, δεν μας επιτρέπεται πια να σκεπτόμαστε, δεν μας επιτρέπεται πια να δείχνουμε ότι υποφέρουμε. Δεν μας επιτρέπεται να παραδεχόμαστε ότι ζούμε υπό τον ζυγό των πιο απαίσιων τυράννων».

Σχεδόν αμέσως μετά το τελευταίο τεύχος του «Βήματος του Λαού» η «Ένωση των Δικαίων» εξέδωσε το «Μανιφέστο των Ίσων» («Le Manifeste des Egaux») του αναρχικού ποιητή Μαρεσάλ (Sylvain Marechal 1750 – 1803, αρχισυντάκτη του επαναστατικού περιοδικού «Πρόσκοπος του Λαού», «L’Eclaireur du People, ou le defenseur de vingt – cinq millions d’opprimes», που μοιραζόταν από χέρι σε χέρι και στα λίγα τεύχη που εξέδωσε είχε γράψει άρθρα και ο Μπαμπέφ). Στο «Μανιφέστο» του Μαρεσάλ η ατομική ιδιοκτησία δεχόταν ανοικτή επίθεση στο όνομα της Φύσης και επίσης εγείρονταν σαφείς απαιτήσεις για αγροτική μεταρρύθμιση, Δημοκρατία και ισότητα: «Λαέ της Γαλλίας! Επί 15 αιώνες έζησες σκλάβος και, κατά συνέπεια, δυστυχισμένος. Τα τελευταία 6 χρόνια όμως, περιμένεις ανυπόμονα να αποκτήσεις επιτέλους την ανεξαρτησία, την ελευθερία και την ισότητα. Ισότητα! Η πρώτη επιθυμία της Φύσης, η πρώτη ανάγκη του ανθρώπου, ο πρώτος κόμπος της κάθε αξιοπρεπούς σχέσης… Η Γαλλική Επανάσταση δεν ήταν παρά ο προάγγελος μιας επόμενης επανάστασης, πολύ πιο μεγάλης και πιο σοβαρής, η οποία και θα είναι η τελευταία. Ο λαός παρέλασε πάνω από τα κουφάρια των βασιλιάδων και των παπάδων που τόλμησαν να συμπαραταχθούν εναντίον του. Το ίδιο θα πράξει και με τους νέους τυράννους του, με τους νέους πολιτικούς Ταρτούφους που έχουν θρονιαστεί στους θώκους των παλαιών… Συκοφάντες του αγώνα μας πολιτικοί, σωπάστε! Στην σιωπή της σύγχυσής σας ακούστε τα αιτήματά μας, αιτήματα που τα υπαγόρευσε η Φύση και τα στηρίζει η έννοια της Δικαιοσύνης». 

Για την «Ένωση των Δικαίων» η δημοκρατία δίχως οικονομική ανατροπή ισοδυναμούσε με κανονική δουλεία, συνεπώς έπρεπε να εγκαθιδρυθεί κοινοκτημοσύνη, γενική υποχρέωση στην εργασία και πλήρης κοινωνική ισότητα, ενώ επίσης έπρεπε να καταδικαστεί η φιλοδοξία και ο εγωϊσμός, με παράλληλη προώθηση ενός απλού και ηθικού τρόπου ζωής και μίας διαπαιδαγώγησης των νέων που θα ήταν ικανή να δημιουργήσει ισχυρούς χαρακτήρες. Η ιδεολογία του Μπαμπέφ («Μπαμπεφισμός», «Babouvisme») εξέφραζε έναν πρωτότυπο αγροτικό σοσιαλισμό, που αντιστρατευόταν την βιομηχανία, το εμπόριο και τον αστισμό και στηριζόταν στην λιτότητα και την απλή ζωή (με υπόδειγμα τις σπαρτιατικές και ρωμαιοδημοκρατικές αρετές, του αφοσιωμένου πολεμιστή και του αγρότη – στρατιώτη). Ο Μπαμπέφ έθετε ως σκοπό την άμεση επαναστατική κατάληψη της εξουσίας από τον λαό, την πλήρη κοινωνική αναδιοργάνωση και την ανακατανομή της ιδιοκτησίας (ιδιοκτησία βέβαια της γης, αφού η βιομηχανία δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί τον 18ο αιώνα) μέσω μία μεταβατικής αυταρχίας των επαναστατών, γινόμενος έτσι προπομπός τού μετέπειτα αυτοδιαχειριστικού και κομμουνιστικού κινήματος: «μακριά από εμάς αυτή η μικρόψυχη ατολμία που θα μας κάνει να πιστέψουμε ότι δήθεν μόνοι μας δεν έχουμε τη δύναμη να κατορθώσουμε το παραμικρό, ότι δήθεν πρέπει να έχουμε πάντα κάποιον κυβερνήτη. Οι κυβερνήτες ενδιαφέρονται για επαναστάσεις μόνο στο μέτρο που αυτές ίσως τους δώσουν δυνατότητα να κυβερνήσουν». Για το ζήτημα της ιδιοκτησίας έγραφε το 1795: «τον άνθρωπο που πεινάει ή έχει άμεσες βιοτικές ανάγκες, δεν τον βοηθάει μία πνευματική μόνον ισότητα. Αυτή την ισότητα την έχει ούτως ή άλλως στην φυσική του κατάσταση… Το πρώτο και πιο επικίνδυνο από όσα υπάρχουν γύρω μας, και επιπλέον το πιο ανήθικο, είναι το υποτιθέμενο δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Ποιο είναι όμως αυτό το περίφημο δικαίωμα… εκτός από την απόλυτη επικράτηση του νόμου του πιο ισχυρού;» και για το ζήτημα της ευτυχίας: «Η ευτυχία! Ρωτήστε όποιον υποφέρει από πείνα, από δίψα, από κρύο, από υπερβολική κούραση ή από την ίδια την άγνοιά του, τι σημαίνει ευτυχία. Η απάντηση θα είναι καθαρή, ακριβής, κατηγορηματική».

Αρκετοί μετριοπαθείς Ιακωβίνοι, όπως λ.χ. εκείνοι της λέσχης της οδού Faubourg Saint-Antoine, αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στην «Ένωση των Δικαίων», καταγγέλλοντας μάλιστα τόσο τον ίδιο όσο και τον ομοϊδεάτη του Λεμπουά ως «egorgeurs» («μαχαιροβγάλτες»), ωστόσο αυτό δεν τον εμπόδισε να ιδρύσει, παρά το ότι κρυβόταν, πυρήνες της οργάνωσης σε όλο το Παρίσι και να δημοσιεύει υπό το ψευδώνυμο «Lalonde, στρατιώτης της πατρίδας» («Lalande, soldat de la patrie») αρκετά κείμενά του στην παράνομη επαναστατική εφημερίδα «L’Eclaireur du Peuple» του Μαρεσάλ. Σε πολλά καφενεία του Παρισιού τραγουδιόταν το τραγούδι που ο ίδιος είχε συνθέσει «Mournat de faim, mourant de froid» («Πεθαίνοντας από πείνα, πεθαίνοντας από κρύο») και κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι τα στρατεύματα της Γκρενέλ (Grenelle), επρόκειτο να στασιάσουν κατά του «Διευθυντηρίου», φήμες που έγιναν ακόμα εντονότερες μετά από την έκδοση του φύλλου της 24ης Απριλίου 1796 της επαναστατικής εφημερίδας «Ο φίλος του λαού» («Ami du peuple», 29 Φρουκτιδώρ του έτους 2 ή 15 Σεπτεμβρίου 1794 – 24 Βεντεμιαίρ του έτους 6 ή 14 Δεκεμβρίου 1797), στο οποίο ο Λεμπουά προέτρεπε και αυτός ανοικτά και ενυπόγραφα τον στρατό σε στάση. Λίγες ημέρες πριν, στις 11 Απριλίου, όλο το κέντρο του Παρισιού είχε γεμίσει αφίσες, όπου σε 12 συνοπτικές παραγράφους κάτω από τον τίτλο «Ανάλυση της Διδασκαλίας του Μπαμπέφ» («Analyse de la doctrine de Baboeuf») γινόταν για μία ακόμη φορά επίκληση στο Σύνταγμα του 1793 και, στο όνομα της Φύσης, δεχόταν ευθεία επίθεση η οικονομική ανισότητα και η ιδιοκτησία. 

 

Η ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ «ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΕΦ»:


Oι Hoppner περιγράφουν το παράνομο κίνημα του Μπαμπέφ με τα παρακάτω λόγια: «ήταν οργανωμένο σε μικρές ομάδες, που δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, ώστε η ενδεχόμενη ανακάλυψή τους δεν μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την όλη οργάνωση. Οι καθοδηγητές των ομάδων εργάζονταν σε όλες τις συνοικίες της πόλης και, μέσω διασυνδέσεων, διατηρούσαν την συνεχή τους επικοινωνία με τη μυστική Κεντρική Επιτροπή. Διέδιδαν προπαγανδιστικό υλικό και ενημέρωναν την Κεντρική Επιτροπή για τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών, για τον αριθμό των ήδη ενταγμένων μελών, αλλά και των συμπαθούντων. Η Κεντρική Επιτροπή συνεδρίαζε σε διάφορα σπίτια και ένα από τα μέλη της φρόντιζε για την ογκώδη αλληλογραφία με τους οπαδούς στα τμήματα και στις βόρειες συνοικίες». Η «Ένωση των Δικαίων» ή «Εταιρεία των Ίσων» ήταν όμως ήδη διαβρωμένη από τον μυστικό πράκτορα του «Διευθυντηρίου» πρώην λοχαγό Ζωρζ Γκρισέλ (Georges Grisel), ο οποίος όχι μόνο είχε γίνει μέλος του επταμελούς «Μυστικού Διευθυντηρίου» της οργάνωσης, αλλά και «Αρμόδιος Οπλισμού», υπεύθυνος δηλαδή να επιτεθεί σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις κατά το ξέσπασμα της επανάστασης για να αρπάξει όπλα και να τα διανείμει στους επαναστάτες.
Μετά από τις αναφορές του καταδότη, αλλά και τις γενικότερες πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει κατά καιρούς ο χαφιές καφετζής του Cafe des Bains Chinois, στο οποίο συγκεντρώνονταν οι συνωμότες, ο υπουργός πολέμου Καρνό (Carnot) προσωπικά (καθώς το μέλος του «Διευθυντηρίου» Μπαρράς είχε εμφανιστεί σε αναφορές χαφιέδων να συνεργάζεται με κάποιους από τους συνωμότες) έδωσε εντολή στον νεαρό τότε στρατηγό Ναπολέοντα Βοναπάρτη να διαλύσει την οργάνωση και να συλλάβει τους ηγέτες της. Σε επιστολή του Σαρλ Ζερμαίν (Charles Anloine Guillaume Germain) προς τον Μπαμπέφ με ημερομηνία 19 Απριλίου 1796 (30 Ζερμινάλ του έτους 4), αναφέρεται ότι ο Μπαρράς σε συνάντηση με τον πρώτο είχε εκφράσει την κατανόησή του προς όσους ήσαν δυσαρεστημένοι με την οικονομική και πολιτική κατάσταση, είχε υπονοήσει ότι γνώριζε την ύπαρξη «Μυστικού Διευθυντηρίου» και είχε ζητήσει νεότερες συναντήσεις με τον Ζερμαιν. 
 
 Ο ίδιος ο Μπαμπέφ συνελήφθη στις 10 Μαϊου 1796 (21 Φλορεάλ του έτους 4), την παραμονή της προγραμματισμένης από την οργάνωση ένοπλης εξέγερσης, στο κρυσφήγετό του στο σπίτι του ράφτη Τισώ. Μαζί του πιάστηκαν οι Ωγκυστέν Νταρτέ και Φίλιππος Μπουοναρρότι, που από κοινού προσπαθούσαν να συντάξουν το επαναστατικό μανιφέστο, το οποίο θα κυκλοφορούσαν την επόμενη ημέρα ανάμεσα στον παρισινό λαό. Την ίδια ημέρα συνελήφθησαν ενώ συνεδρίαζαν και φυλακίστηκαν στο Temple και μετά στο Abbaye οι υπόλοιποι ηγέτες της συνωμοσίας Σαρλ Ζερμαίν (Charles – Antoine – Guillaume Germain), Ιουστίνος Μορουά (Just Moroy, ένας 45χρονος κοσμηματοπώλης, πρώην μέλος του «Επαναστατικού Στρατού» των Παρισίων), Jean – Baptiste Cazin (ένας 48χρονος «ροβεσπιεριστής» που μετά την 9η Θερμιδώρ είχε φυλακιστεί επί αρκετούς μήνες στο Αρράς προτού αμνηστευθεί) και Πιερ Αντουάν ντ’ Αντονέλ (Pierre Antoine dAntonelle, 1747 – 1817, πρώην μαρκήσιος, πρόεδρος του «Επαναστατικού Δικαστηρίου» που καταδίκασε την Μαρία Αντουανέτα και τους Γιρονδίνους), καθώς και οι πρώην Ιακωβίνοι βουλευτές Λιντέ (JeanBaptiste Robert Lindet, 1746 – 1825, τέως μέλος της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας»), Αμάρ (JeanPierreAndre Amar, 1755 – 1816, τέως μέλος της «Επιτροπής Γενικής Ασφαλείας» κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας») Βαντιέ (MarcGuillaume Alexis Vadier, 1736 – 1828, τέως μέλος της «Επιτροπής Γενικής Ασφαλείας» κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας», ωστόσο άσπονδος εχθρός του Ροβεσπιέρου), Ρικόρ (Jean Francois Ricord, 1760 – 1818, εντεταλμένος αντιπρόσωπος στο Βιλεκρόζ κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας»), Joseph Francois Laignelot (1752 – 1829, εντεταλμένος αντιπρόσωπος στην Βρέστη κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας»), Ζαν – Μπαπτίστ Ντρουέ (JeanBaptiste Drouet, 1763 – 1824, μέλος και γραμματέας του «Συμβουλίου των Πεντακοσίων»), κ.ά.  

Στις 26 Μαϊου 1796 (9η Πραιριάλ του έτους 4), 100 περίπου πρώην μέλη της «Λέσχης του Πανθέου» επεχείρησαν ανεπιτυχώς να εξεγείρουν τον λαό και να απελευθερώσουν τους κρατούμενους. Στις 27 Αυγούστου 1796 άπαντες οι κρατούμενοι συνωμότες, όπως και δεκάδες άλλοι πραγματικοί ή όχι συνεργάτες τους (ανάμεσά τους και ο οικοδεσπότης του Ροβεσπιέρου Ντυπλαί με τον υιό του), μεταφέρθηκαν σαν ζώα μέσα σε σιδερένια κλουβιά, όπως και οι οικογένειές των περισσότερων από αυτούς, στις φυλακές της επαρχιακής πόλης Βαντόμ (Vendome), με μυστική διαταγή του «Διευθυντηρίου», το οποίο γνώριζε από τους χαφιέδες του ότι στις 27 και 28 του μηνός οι ομοϊδεάτες τους θα επιχειρούσαν μία ακόμη λαϊκή εξέγερση με σκοπό την απελευθέρωσή τους. Δέκα ημέρες νωρίτερα ωστόσο, στις 17 Αυγούστου, ο Ντρουέ είχε διευκολυνθεί από το μέλος του «Διευθυντηρίου» Μπαρράς να δραπετεύσει και να φύγει στην Ελβετία.

Η λαϊκή εξέγερση επιχειρήθηκε τελικά στις 7 Σεπτεμβρίου από χίλιους περίπου ένοπλους παρισινούς Ιακωβίνους, οι οποίοι είχαν ως σχέδιο την απελευθέρωση των κρατουμένων μετά από έλεγχο της πρωτεύουσας με νυκτερινή κατάληψη του ανακτόρου του Λούξεμπουργκ που αποτελούσε την έδρα του «Διευθυντηρίου» και ταυτόχρονο προσεταιρισμό των δυσαρεστημένων στρατευμάτων της Γκρενέλ (Grenelle). Το σχέδιο όμως είχε καταδοθεί από χαφιέδες στο «Διευθυντήριο», του οποίου η έδρα φυλασσόταν από πολυάριθμη φρουρά, ενώ στην Γκρενέλ οι δυσαρεστημένοι στρατιωτικοί είχαν εξουδετερωθεί και έτσι οι επαναστάτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με το κατά βούληση πυρ από τους στρατιώτες του ταγματάρχη Μαρλό (Marlo). Αφήνοντας περισσότερους από 100 νεκρούς και βαριά τραυματισμένους έξω από το στρατόπεδο της Γκρενέλ, οι υπόλοιποι Ιακωβίνοι διαλύθηκαν τρομοκρατημένοι και η επιχείρηση, την οποία ο Bax θεωρεί ως «το τελευταίο επεισόδιο της Γαλλικής Επανάστασης», απέτυχε παταγωδώς. Η κυβέρνηση φυσικά εκμεταλλεύθηκε τα γεγονότα και διέταξε την άμεση σύλληψη όλων των ομοϊδεατών των επαναστατών στο Παρίσι και τα περίχωρα. Συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν συνολικά 800 περίπου άτομα, που δικάστηκαν από έκτακτα στρατοδικεία και 30 θανατώθηκαν έξω από την Γκρενέλ, ενώ εκατοντάδες άλλοι καταδικάστηκαν σε πολυετείς φυλακίσεις και εξορία. Ο μόνος που τόλμησε να υπερασπιστεί του τελευταίους Ιακωβίνους ήταν ο αποσυρμένος πια από την πολιτική πρώην δήμαρχος του Παρισιού Πας (Jean- Nicolas Pache, 1746 – 1823, φυλακισμένος από το καθεστώς των Ροβεσπιέρου, Σαιν Ζυστ και Κουτόν), ο οποίος εξέδωσε μία επώνυμη μπροσούρα σε υπεράσπιση των διωκομένων.

 

Η ΔΙΚΗ, Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΚΑΙ Η ΚΑΡΑΤΟΜΗΣΗ:


Η δίκη των 47 κρατουμένων (εκ των οποίων οι 5 δικάζονταν ερήμην) που παραπέμφθηκαν τελικά στο Ανώτατο Δικαστήριο της Βαντόμ ξεκίνησε στις 20 Φεβρουαρίου 1797 (2 Βεντόζ του έτους 5), με ένα κατηγορητήριο στηριγμένο κυρίως στις αναφορές του χαφιέ Γκρισέλ και σε περίπου 500 έγγραφα που είχαν κατασχεθεί από το κρησφύγετο του Μπαμπέφ. Το κτίριο του Δικαστηρίου φρουρούσαν εκατοντάδες στρατιώτες και δίπλα από κάθε κατηγορούμενο έστεκαν δύο χωροφύλακες. Το ακροατήριο απαρτιζόταν κατά κανόνα από ομοϊδεάτες των κατηγορουμένων, αν και ανάμεσά τους βρίσκονταν αρκετοί χαφιέδες της αστυνομίας. Από τους ηγέτες της συνομωσίας, οι Ζερμαίν, ντ’ Αντονέλ, Μπουοναρόττι και Μπαμπέφ χρησιμοποίησαν το εδώλιο για να προβάλουν τις ιδεολογικές τους θέσεις, ενώ ο Νταρτέ, μη αναγνωρίζοντας την εξουσία των δικαστών, έμεινε σιωπηλός σε όλη την διάρκεια της δίκης με εξαίρεση ένα μανιφέστο που διάβασε την πρώτη ημέρα και κατέληξε με τα εξής λόγια, τα οποία διέσωσε ο Μπουοναρόττι: «Ριγμένος από πολύ νέος στην Επανάσταση, υποστήριξα όλες της τις ανάγκες, επωμίσθηκα όλους της τους κινδύνους και ποτέ δεν τσάκισα. Δεν είχα άλλη απόλαυση από την ελπίδα ότι κάποτε θα δω επιτέλους την ημέρα που θα θεμελιωθεί η αρραγής βασιλεία της ισότητας και της ελευθερίας. Απαρνήθηκα εντελώς τον εαυτό μου, αφοσιωμένος αποκλειστικά και μόνο σε αυτό το έργο υπέρ της ανθρωπότητας. Προσωπικά ενδιαφέροντα, οικογενειακές σχέσεις, όλα τα ξέχασα και τα απαρνήθηκα. Η καρδιά μου κτυπούσε μόνον για τους συναγωνιστές μου και για τον θρίαμβο της κοινωνικής δικαιοσύνης».

Στην διάρκεια της τρίμηνης δίκης, κατά την οποία ακόμα και οι αστυνομικοί μάρτυρες κατηγορίας απέφευγαν να καθίσουν δίπλα στον χαφιέ Γκρισέλ και συχνά οι κατηγορούμενοι με ένα τμήμα του ακροατηρίου τραγουδούσαν το «Tremblez, tyrans, et vous perfides» της «Μασσαλιώτιδας», ο Μπαμπέφ κατόρθωσε να ανατρέψει την εικόνα τρομοκράτησης του λαού που ήθελαν να δημιουργήσουν οι πρώην επαναστάτες και νυν τύραννοι του «Διευθυντηρίου», αλλά και να προπαγανδίσει μέσω των εφημερίδων που κάλυπταν την διαδικασία τις δικές του απόψεις για την κοινωνική δικαιοσύνη και την ανάγκη άμεσης ανατροπής με μία δεύτερη επαναστατική προσπάθεια, η οποία θα ερχόταν όχι μόνο να ολοκληρώσει το έργο των «ροβεσπιεριστών», αλλά και να το υπερβεί προς την κατεύθυνση μιας κομμουνιστικού τύπου κοινωνίας: «η Δημοκρατία δεν είναι μια κενή νοήματος λέξη, οι λέξεις Ελευθερία και Ισότητα, που τόσο μάγεψαν τα αυτιά μας κατά τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης γιατί πιστέψαμε ότι ίσως σηματοδοτούν κάτι καλό για τον λαό, τώρα δεν σημαίνουν για κάποιους τίποτε απολύτως, και αυτό επειδή τις έχουν εκλάβει ως στερημένες από κάθε νόημα ή απλές διακοσμήσεις για κακές προθέσεις. Πρέπει να μάθουν όμως ότι αυτές μπορούν να σηματοδοτήσουν ένα απτό καλό και μάλιστα πολύτιμο για την πλειοψηφία των ανθρώπων. Είπα και ξαναείπα στον λαό ότι η Επανάσταση δεν επιτρέπεται ν’ αποδειχθεί μια ατελέσφορη πράξη, δεν χύθηκε τόσο πολύ αίμα για να καταντήσουν τελικά κάποιοι πολύ χειρότεροι από αυτό που ήσαν πριν… Σκοπός της Επανάστασης είναι υποχρεωτικά η ευημερία των πολλών… εάν έχει ολοκληρωθεί όπως εσείς ισχυρίζεστε, τότε δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα μεγάλο και άσκοπο έγκλημα».

Σε όλη την διάρκεια της δίκης, ο Μπαμπέφ τήρησε υπερήφανη και άκαμπτη στάση: «ενώθηκα με όλους τους δημοκράτες της χώρας, συνεπώς δεν είμαι υποχρεωμένος να κατονομάσω κανέναν ως συνεργό μου», δήλωσε στην απολογία του και συνέχισε: «επιπλέον όλα τα μέσα είναι νόμιμα ενάντια στους τυράννους, συνεπώς δεν είμαι υποχρεωμένος να δώσω λεπτομέρειες για τα μέσα που χρησιμοποίησα. Μόνο όταν μου κόψουν τα χέρια, μόνο όταν οι δήμιοι σας μου ξεριζώσουν την γλώσσα, μόνο τότε θα πάψω να γράφω και να υπερασπίζομαι τους καταπιεσμένους». Λίγο πριν ολοκληρωθεί η δίκη, δήλωσε στο δικαστήριο: «Η Αρετή δεν πεθαίνει ποτέ. Ας ξοδεύονται αιώνια οι τύραννοι σε διαρκή δίωξή της. Δεν καταστρέφουν παρά ανθρώπινα σώματα, οι ψυχές των ενάρετων ανθρώπων απλώς αλλάζουν το περίβλημά τους. Όταν καταστρέφεται ένα, τότε ενσαρκώνονται σε άλλο και μετά σε άλλο, μπαίνουν σε ανθρώπους που από μέσα τους εμπνέουν γενναιόφρονα κινήματα και δεν επιτρέπουν ποτέ στα εγκλήματα των τυράννων να μένουν ακαταδίωκτα. Αυτά πιστεύοντας, και επίσης βλέποντας όλα τα καθημερινά εφευρήματα των καταπιεστών μου για να εξασφαλίσουν την βεβαιότητα της εξόντωσής μου, τους αφήνω να κάνουν ό,τι επιθυμούν. Αρνούμαι να συζητήσω ανούσιες λεπτομέρειες για να υπερασπίσω τον εαυτό μου. Ας με κτυπήσουν όπως νομίζουν, αφού ούτως ή άλλως δεν πρόκειται να πετύχουν απολύτως τίποτε. Εγώ θα κοιμηθώ απλώς εν ειρήνη, αγκαλισμένος αιώνια από την Αρετή».  



Στις 26 Μαϊου 1797 (7 Πραιριάλ του έτους 5), οι Μπαμπέφ και Νταρτέ καταδικάστηκαν σε θάνατο στην λαιμητόμο ως ένοχοι συνωμοσίας, οι Μπουοναρόττι, Ζερμαίν, Μορουά, Jean Baptiste Cazin, Louis Jacques Blondeau, Claude Menessier και Mathurin Bouin σε εξορία στις γαλλικές αποικίες ως ένοχοι προτροπής του λαού σε στάση και οι υπόλοιποι 38 αθωώθηκαν (ένας εξ αυτών μάλιστα επ’ ονόματι Potofeux αποδείχθηκε πως δεν γνώριζε καν τους υπόλοιπους συγκατηγορούμενους του). Στο άκουσμα της καταδικαστικής απόφασης, οι δύο καταδικασμένοι σε θάνατο προσπάθησαν να αυτοκτονήσουν καρφώνοντας ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον με 2 αυτοσχέδια στιλέτα. Ο Π. Κανελλόπουλος γράφει σχετικά: «Ήταν μία από τις τραγικότερες σκηνές στα χρονικά των δικών. Όμως έσπευσαν οι δικαστικοί κλητήρες και τους εμπόδισαν να φθάσουν στο ποθητό τέρμα με το ίδιο τους το χέρι. Έφθασαν, την άλλη ημέρα, με το χέρι του δημίου. Ανέβηκαν στο ικρίωμα της λαιμητόμου, αφού σύρθηκαν ως εκεί αιμόφυρτοι…» («Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος», τόμος 7, σελ. 183). Στην πραγματικότητα, όταν τους καρατόμησαν τα ξημερώματα της 27ης Μαϊου 1797 ή 8ης Πραιριάλ του έτους 5, ήσαν και οι δύο σχεδόν πεθαμένοι μετά από μία μακρά νύχτα αγωνίας. Τα καρατομημένα σώματά τους πετάχθηκαν από τους δήμιους σε έναν υπόνομο, όπως έγραψε ο Μπουοναρόττι, ωστόσο περισυλλέχθηκαν λίγο μετά από τους ομοϊδεάτες τους και τάφηκαν σιωπηλά στο χωράφι ενός συμπαθούντος χωρικού (ο Bax σημειώνει πως «φαίνεται ότι κάτοικοι της μικρής κωμόπολης Βαντόμ είχαν δει με βαθύτατη συμπάθεια αυτά τα θύματα της αντεπανάστασης»). Οι Μπαμπέφ και Νταρτέ υπήρξαν τα τελευταία θύματα της τερατώδους «Λευκής Τρομοκρατίας» (ευθείας αλλά και πλάγιας), κατά την οποία η αντίδραση εξόντωσε τα τελευταία ίχνη της πραγματικής Γαλλικής Επανάστασης, που καρατομήθηκε τον μήνα Θερμιδώρ του έτους 2 ταυτόχρονα με τον Ροβεσπιέρο, τον Σαιν Ζυστ και τους περίπου 300 περίπου αφοσιωμένους οπαδούς τους.


ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ:



Την παραμονή της σίγουρης καταδίκης του, ο Μπαμπέφ είχε αποχαιρετήσει την οικογένειά του με τα λόγια «δεν μπορούσα να σκεφθώ άλλον τρόπο να σας κάνω ευτυχισμένους, παρά μέσα από την πανανθρώπινη ευτυχία. Απέτυχα» και είχε επίσης ενημερώσει την σύζυγό του ότι ο συναγωνιστής και φίλος του Φ. Λε Πελετιέ (Felix le Pelletier) είχε υποσχεθεί να αναλάβει την συντήρηση της χήρας και των ορφανών του, που έπρεπε, σύμφωνα με τον Μπαμπέφ «να ζήσουν ενωμένοι… όπως αρμόζει σε μια οικογένεια μάρτυρα της Ελευθερίας, δίνοντας το άριστο παράδειγμα σε όλες τις αρετές, ώστε να κερδίσουν την εκτίμηση και αγάπη όλων των καλών ανθρώπων». Όντας ένας πρακτικός και συγκροτημένος άνθρωπος ο Μπαμπέφ, είχε προσπαθήσει να οργανώσει όσο καλύτερα γινόταν μία επανάσταση που θα αντέστρεφε την πορεία των πραγμάτων, τα οποία πράγματα μετά την εξόντωση των «ροβεσπιεριστών» κυλούσαν με μαθηματική ακρίβεια προς την καθολική νίκη της αντίδρασης και προς την παλινόρθωση της μοναρχίας και του υπόλοιπου «παλιού κόσμου». Παρά την προσπάθειά του όμως να διαβρώσει ακόμα και τον στρατό, έμεινε παντελώς αβοήθητος από τον υποτίθεται «εξουθενωμένο» λαό, που με τη ίδια δικαιολογία είχε επιτρέψει την προδοσία ενάντια στους «ροβεσπιεριστές» και την καρατόμησή τους, στην οποία μάλιστα δεν είχε κανένα πρόβλημα ακόμα και να παραστεί ως θεατής. Το πάθημα βέβαια του Μπαμπέφ έγινε μάθημα αργότερα για τον επαναστάτη Αύγουστο Μπλανκί, του οποίου η επαναστατική μεθοδολογία στηρίχθηκε αποκλειστικά στην συντονισμένη ομάδα εκπαιδευμένων επαναστατών που θα έπρεπε να δράσουν αιφνιδιαστικά στο όνομα του λαού, πλην όμως ερήμην του.

Δεκαπέντε χρόνια μετά την θανάτωση του μάρτυρα της κοινωνικής δικαιοσύνης, ο υιός του Εμίλ (Emile Babeuf, που είχε υιοθετηθεί από τον Φ. Λε Πελετιέ) φρόντισε να πάρει εκδίκηση, αφαιρώντας στις 22 Ιουνίου 1812 την ζωή του καταδότη Γκρισέλ. Ο Bax γράφει: «όταν ενηλικιώθηκε ο Εμίλ προσχώρησε στους Ισπανούς πατριώτες που αγωνίζονταν για ανεξαρτησία. Όταν όμως άκουσε, ενώ ακόμη βρισκόταν στην Ισπανία, ότι ο προδότης Γκρισέλ που είχε στείλει τον πατέρα του στον θάνατο και τους συντρόφους του στην φυλακή και την εξορία, βρισκόταν εκεί κοντά, τον βρήκε και τον προκάλεσε σε μονομαχία. Μία μονομαχία μέχρι θανάτου. Ο Εμιλ Μπαμπέφ αγωνίστηκε με γενναιότητα και οργή και τελικά κατάφερε το θανάσιμο πλήγμα στον Γρισέλ, όχι όμως προτού και ο ίδιος δεχθεί ένα επικίνδυνο τραύμα στο στήθος. Για τον ίδιον όμως αυτό δεν ήταν τίποτε. Είχε επιτέλους εκδικηθεί τον προδότη… Όταν αργότερα επέστρεψε στο Παρίσι εξέδωσε ένα περιοδικό που το ονόμαζε ‘‘Κίτρινο Ξωτικό’’ (‘‘Le Nain Jaune’’) με ισχυρές ιακωβίνικες επιρροές, το οποίο όμως υπήρξε βραχύβιο, καθώς κατασχέθηκε από την αστυνομία και σφραγίστηκαν τα γραφεία του».  

 

ΟΙ «ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΓΡΑΚΧΟΥ ΜΠΑΜΠΕΦ»:



Διακόσια χρόνια μετά την εκτέλεση του Μπαμπέφ, διοργανώθηκε προς τιμή του στις 16 και 17 Οκτωβρίου 1997 από τους σοσιαλιστές και συνδικαλιστές θαυμαστές του, που προ 4 ετών είχαν ιδρύσει τον σύλλογο «Φίλοι του Γράκχου Μπαμπέφ» («Les Amis de Gracchus Babeuf»), ένα διεθνές συνέδριο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Σαιν Κουεντίν της Πικαρδίας. Στο συνέδριο συμμετείχαν ομιλητές από την Γαλλία, την Ρωσία, τις Η.Π.Α., την Βραζιλία και την Αγγλία, ανάμεσα στους οποίους και οι γνωστοί πανεπιστημιακοί ιστορικοί Claude Mazauric και Jean Marc Schiappa.
 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:


Advielle M. Victor, «Histoire de Gracchus Bebeuf et du babouvisme d’apres de nombreux documents», εκδόσεις «Comite des Travaux», Paris, 1995 

Bax B. Ernest, «The Last Episode of the French Revolution Being a History of Gracchus Babeuf and the Conspiracy of the Equals», εκδόσεις «Grant Richards Ltd», London, 1911 

Buonarroti Philippe, «Gracchus Babeuf et le Conspiration des Egaux», Paris, 1830

Hoppner Joachim – Seidel Hoppner Waltraud, «Von Babeuf bis Blanqui», Berlin, 1975

Fourniere Eugene, «Les theories socialistes au XIXe siecle de Babeuf a Proudhon», εκδόσεις «F. Alcan. Bibliotheque de philosophie contemporaine», Paris, 1904

Ρασσιάς Βλάσης, «Λαιμητόμος Αρετή», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 2007 

Rose R. B., «Gracchus Bebeuf. The First Revolutionary Communist», εκδόσεις «Stanford University Press», Palo Alto Ca., 1978  

Sencier Georges, «Le Babouvisme apres Babeuf», εκδόσεις «Megariotis», Geneve, 1977
Thomson David, «The Babeuf plot: the making of a Republican legend», εκδόσεις «Greenwood Press», Westport, Conn., 1975

Walter Gerard, «Babeuf, 1760 – 1797», εκδόσεις «Payot», Paris, 1937

Πηγή: Βλάσης Γ. Ρασσιάς 

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

«Ελευθερόφρονες» («Freethinkers»)



Κοινωνικό και πνευματικό ρεύμα με χρονική αφετηρία του τον μαρτυρικό θάνατο του Ιταλού πανθεϊστή φιλοσόφου Τζιορντάνο Μπρούνο, Philotheus Giordano Bruno Nolanus, 1548 – 1600) και προεκτάσεις έως τις ημέρες μας, προσανατολισμένο στην καταπολέμηση της χριστιανικής θεοκρατίας και θρησκοληψίας.


ΚΥΡΙΕΣ ΑΡΧΕΣ
Οι «Ελευθερόφρονες» και το συγκροτημένο ρεύμα τους («Libre - Penseur», «Freethought»), ορίζουν ως κεντρική φιλοσοφική τους αρχή το ότι οι ανθρώπινες πεποιθήσεις πρέπει να διαμορφώνονται με βάση την επιστημονική γνώση και τους νόμους της Λογικής και όχι μέσω της επιβολής από την εξουσία και την εκάστοτε κυρίαρχη άποψη, ή μέσω της συναισθηματικής έντεχνης διέγερσης.
Κατά τον σύγχρονο ορισμό που δίνει η οργάνωση «Freedom From Religion Foundation», «Ελευθερόφρων» («Freidenker» στα Γερμανικά και «Libiri Penser» στα Γαλλικά) είναι όποιος διαμορφώνει τις απόψεις του για την ζωή και την Θρησκεία με βάση την Λογική και ανεξάρτητα από παραδόσεις, αυθεντίες ή κατεστημένες αντιλήψεις. Οι «Ελευθερόφρονες», που τονίζουν ότι η κατανόηση του Κόσμου επιτυγχάνεται μόνο μέσα από την συστηματική παρατήρηση της Φύσης, θεωρούν ότι δεν νομιμοποιείται καμμία απολύτως απόρριψη ιδεών, όπως και κανένας ενστερνισμός τους, εάν δεν έχει προηγηθεί διεξοδική εξέτασή τους υπό το αυστηρό πρίσμα της γνώσης και της λογικότητας. Οι πεποιθήσεις πρέπει να στηρίζονται αποκλειστικά σε ιστορικά γεγονότα, σε σαφείς αποδείξεις και σε καλή κρίση, και να τολμούν επίσης να σταθούν αποφασιστικά, όποτε απαιτείται, αντιμέτωπες με τις προκαταλήψεις, τις ανιστορικότητες, την ανοησία, την δεισιδαιμονία, την λεγόμενη «λαϊκή κουλτούρα», τους «αστικούς μύθους» και την προπαγάνδα των κρατούντων: «πάρα πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι σκέφτονται, ενώ απλώς κάνουν αναδιάταξη των προκαταλήψεών τους», τόνισε ο ελευθερόφρων Αμερικανός ψυχολόγος και φιλόσοφος Ουϊλιαμ Τζαίημς (William James, 1842 - 1910).


ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Αν και οι πρώτες θέσεις της «Ελεύθερης Σκέψης» κατατέθηκαν το 1697 από τον δουβλινέζο στοχαστή Ουϊλλιαμ Μολυνώ (William Molyneux, 1656 – 1698) στην γνωστή επιστολή του προς τον Τζων Λοκ, η συστηματικοποίησή τους ήλθε το 1713 από τον Άγγλο υλιστή / ντεϊστή στοχαστή Άντονυ Κόλλινς (Anthony Collins, 1676 - 1729) στην «Διατριβή για την Ελεύθερη Σκέψη» («Discourse of Free-Thinking»). Ακολούθησε το 1765 η ένταξη στην «Εγκυκλοπαίδεια» των Ντιντερό και Βολταίρου του εντονότατα αθεϊστικού κειμένου «Libre - Penseur» («Ελεύθερη Σκέψη»), το οποίο χάρισε στις επόμενες δεκαετίας πανευρωπαϊκή διάδοση στους «Ελευθερόφρονες».


Το κίνημα της «Ελεύθερης Σκέψης» στην Γαλλία, το οποίο έως τότε ήταν ενσωματωμένο στις διεκδικήσεις των Ιακωβίνων και των διαδόχων τους επαναστατών Σοσιαλιστών, επισημοποιήθηκε κατά την επανάσταση του 1848 με την ίδρυση τον Μάρτιο της «Εταιρείας Ελευθεροφρόνων» («La Société des libres penseurs») και της «Δημοκρατικής Εταιρείας των Ελευθεροφρόνων» («Société Démocratique des libres-penseurs») και την επόμενη χρονιά της «Ένωσης Ελευθεροφρόνων» («L’ Association de libres-penseurs»), ωστόσο το τέλος της βραχύβιας «Δεύτερης Δημοκρατίας» και η επικράτηση της μοναρχίας και της θεοκρατίας σε όλη την δεκαετία του 1850 περιόρισαν το κίνημα αποκλειστικά στους κύκλους των δημοκρατών πολιτικών εξορίστων στις διάφορες χώρες όπου είχαν καταφύγει.

Η πρώτη αναγνωριστική επανεμφάνιση έγινε με το εβδομαδιαίο περιοδικό «Η Ελεύθερη Σκέψη του 19ου αιώνα» («Le Libre-Penseur du XIXème siècle», 1860 - 1862). Ακολούθησε η ταραχώδης εναρκτήρια διάλεξη του Ερνέστου Ρενάν (Ernest Renan, 1823 - 1892) στο «College de France» στις 21 Φεβρουαρίου 1862, όπου το θέμα της διάλεξης, η ορθολογιστική αμφισβήτηση της «θεότητας» του Χριστού, προκάλεσε όχι μόνο τις υστερικές κραυγές δεκάδων εγκάθετων, αλλά και την οριστική παύση του Ρενάν από την θέση του. Το γεγονός έκανε ακόμα πιο αποφασισμένους τους Γάλλους ελευθερόφρονες, που σε λίγο απάντησαν στο Παρίσι με μία σειρά από νέα έντυπα της «Ελεύθερης Σκέψης», όπως το «Αριστερή Όχθη» («La Rive Gauche», 1864 – 1866, το οποίο εξέδιδε ο φοιτητής Charles Longuet), το αντι-κληρικαλιστικό «Ελεύθερη Σκέψη» («La Libre Pensee», 1866 – 1867, το οποίο εξέδιδε κάθε εβδομάδα ο νεαρός τότε μπλανκιστής Εμιλ Έντ, Émile Désiré François Eudes, 1843 – 1888) μαζί με τον επίσης μπλανκιστή Henri Place (ή «Henri Verlet») , το «Νέα Σκέψη» («La Pensee Nouvelle», 1868 - 1869), κ.ά., τα οποία βεβαίως γνώρισαν ισάξιους διαδόχους σε όλη την διάρκεια του 19ου αιώνα.


Στην Γερμανία η «Ελεύθερη Σκέψη» ρίζωσε με την επίδραση του πρώην ρωμαιοκαθολικού ιερωμένου Ιωάννη Ρόνγκε (Johannes Ronge, 1813 - 1887) και του ελευθεροτέκτονα πολιτικού Ρομπέρτου Μπλουμ (Robert Blum, 1807 - 1848), στα μέσα της δεκαετίας του 1844 και ενισχύθηκε το 1858 με την ίδρυση της ένωσης «Ελευθεροφρόνων» «Bund Freireligiöser Gemeinden Deutschlands», η οποία υπάρχει έως και σήμερα. Ακολούθησε το 1881 η ίδρυση στην Φρανκφούρτη της πρώτης ανοικτά αθεϊστικής οργάνωσης «Λίγκα των Γερμανών Ελευθεροφρόνων» («Deutschen Freidenkerbund») από τον φιλόσοφο και ιατρό Λουδοβίκο Μπούχνερ (Friedrich Karl Christian Ludwig Büchner, 1824 – 1899) και το 1882 στο Αμβούργο της σοσιαλδημοκρατικής «Freidenker-Gesellschaft».


Μετά τις επαναστάσεις του 1848, αρκετοί πολιτικοποιημένοι Γερμανοί μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως στις πόλεις Comfort, Fredericksburg, New Braunfels, La Grange και Brenham του Τέξας όπου οι γενικές αντιλήψεις του τοπικού συντάγματος ήταν κοντά στις δικές τους (σήμερα λειτουργεί μάλιστα και η «Βορειοτεξανική Εκκλησία της Ελεύθερης Σκέψης», «North Texas Church of Freethought»), προκαλώντας και εκεί ευρεία διάδοση της «Ελεύθερης Σκέψης», δέχθηκαν όμως αρχικά την επίθεση των φανατικών χριστιανών, κυρίως λόγω του ότι καταδίκαζαν την δουλοκτησία και δεν επιθυμούσαν να φιλοξενούν εκκλησίες στους οικισμούς τους.


Τον Μάϊο του 1881 ιδρύθηκε και κυκλοφόρησε στην Αγγλία από τον μαχητικό ελευθερόφρονα Τζωρτζ Ουϊλιαμ Φούτε (George William Foote, 1850 - 1915) το πρώτο επίσημο όργανο της «Ελεύθερης Σκέψης» με τίτλο «Ελευθερόφρων» («Freethinker»), το οποίο κυκλοφορεί μέχρι σήμερα. Στο εκδοτικό σημείωμα του πρώτου τεύχους, ο ιδρυτής είχε γράψει: «το περιοδικό μας είναι όργανο αντιχριστιανισμού και συνεπώς οφείλει πρωτίστως να είναι σκληρό στην γλώσσα του. Θα διεξάγει ακατάπαυστο πόλεμο ενάντια στην δεισιδαιμονία εν γένει και ενάντια στην χριστιανική δεισιδαιμονία ειδικότερα. Θα δώσει τον καλύτερο εαυτό του στην χρησιμοποίηση πηγών από την Επιστήμη, την Έρευνα, την Φιλοσοφία και την Ηθική ενάντια στους ισχυρισμούς της Βίβλου περί μιας υποτιθέμενης θείας Αποκάλυψης, και δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει για τον ίδιο σκοπό κάθε όπλο γελοιοποίησης και σαρκασμού που μπορεί να δανειστεί από το οπλοστάσιο της λεγόμενης Κοινής Λογικής». Έναν χρόνο μετά το πρώτο τεύχος, ο ιδρυτής και εκδότης του καταδικάστηκε σε 12 μήνες στα κάτεργα, ως ένοχος «βλασφημίας», επειδή είχε δημοσιεύσει κάποια σκίτσα για την ζωή του Χριστού που κρίθηκαν «προσβλητικά».


Ως ένα ιστορικό όργανο της «Ελεύθερης Σκέψης» θεωρείται και το αμερικανικό εβδομαδιαίο περιοδικό με τον προκλητικό τίτλο «Εωσφόρος, ο Φωτοδότης» («Lucifer, the Light-Bearer») που ιδρύθηκε στις 24 Αυγούστου 1883 στο Βάλλεϋ Φωλς (Valley Falls) του Κάνσας, ως μετεξέλιξη του τοπικού «Φιλελεύθερου» («Kansas Liberal»), από τον 53χρονο ελευθερόφρονα, αναρχικό και φεμινιστή διανοούμενο Μόζες Χάρμαν (Moses Harman, 1830 - 1910), την θυγατέρα του Λίλιαν (Lillian Harman) και τον ομοϊδεάτη μετέπειτα σύζυγό της Έντουϊν Κοξ Ουώκερ (Edwin Cox Walker), χρονολογούσε από την θανάτωση του Τζιορντάνο Μπρούνο (1600) και προπαγάνδιζε τον αθεϊσμό, την φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, τα δικαιώματα των γυναικών και ιδιαίτερα την ευγονική και τον έλεγχο των γεννήσεων, για το οποίο ζήτημα το χριστιανικό και συντηρητικό αμερικανικό κράτος επιφύλαξε το έτος 1906 στον πατέρα Χάρμαν μία ακόμα από τις αρκετές φυλακίσεις του και μάλιστα σε καταναγκαστικά έργα (να σπάει αλυσοδεμένος πέτρες σε μια φυλακή του Ιλλινόϊς), παρά το γεγονός ότι ήταν 75 ετών και κάτι τέτοιο ουσιαστικά τον δολοφονούσε.

Ο ίδιος χριστιανικός συντηρητισμός είχε άλλωστε στείλει στην φυλακή «για παράνομη συμβίωση ενάντια στην δημόσια ειρήνη και αιδώ» την Λίλιαν και τον Έντουϊν τον Οκτώβριο του 1886 επειδή στις 19 Σεπτεμβρίου είχαν ανακοινώσει την μεταξύ τους σύναψη «αυτονομιστικού γάμου» («autonomistic marriage», δηλαδή δίχως την μεσολάβηση κρατικής ή θρησκευτικής αρχής) και τον Απρίλιο του επομένου έτους είχε φυλακίσει και τον πατέρα Χάρμαν μετά από ένα δημοσίευμά του υπέρ της σεξουαλικής ελευθερίας. O «Εωσφόρος» άντεξε πάντως τις εναντίον του επιθέσεις μέχρι το 1910, οπότε και εξέδωσε το τελευταίο τεύχος του. 

Με τον ίδιο τίτλο, αλλά με υπότιτλο «Όργανο της Ελεύθερης Σκέψης και της Ατομιστικής Κουλτούρας» («Organe de la Pensée Libre et de Culture Individuelle») και σαφή αντι-κληρικαλιστικό προσανατολισμό, εκδόθηκε στον Μπορντώ (Bordeaux) ένα ακόμη δυναμικό περιοδικό κατά την περίοδο από 1 Μαρτίου 1929 έως 1931 και από Ιανουάριο 1934 έως 1935 από τον νέο-μαλθουσιανό, ειρηνιστή, αναρχικό και αναρχοσυνδικαλιστή Αριστείδη Λαπεϋρέ (Aristide Lapeyre, 1899 - 1974).

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Η Επαναστατική διακήρυξη του 1822




«Το έθνος μας επήρε τα όπλα κατά των τυράννων του. Τετρακόσιους χρόνους είμεθα σκλάβοι των Οθωμανών και τώρα εγίναμεν ελεύθεροι, δώσαντες το αίμα μας δια την ελευθερίαν της πατρίδος. Εις όλα τα μέρη οι Γραικοί πολεμούν δια την ελευθερίαν των και μόνον εις τα νησιά οι κοτζαμπάσηδες δεν είδαν με καλό μάτι την ανάστασιν του έθνους. Αυτοί είχαν πάντα νιτερέσα με τους Οθωμανούς. Μαζί με τους μπέηδες και τους πασάδες μας καταπίεζαν, μας έπαιρναν το βιος μας, μας καταφρονούσαν, μας έγδυναν, μας ρουφούσαν το αίμα μας, μας τσερεμέτιζαν και επλούτιζαν από τον ιδρώτα μας. Αυτοί οι σκλιάδες θέλουν να μας σκλαβώσουν και πάλιν, καταλύοντες την ελληνικήν διοίκησιν και καλούντες τον Καπουδάν Πασάν να καταλάβει την νήσον μας. Το τι μας περιμένει αν έλθουν οι Τούρκοι το καταλαβαίνετε. Όχι μόνον θα χάσωμεν την ελευθερίαν μας και θ’ ατιμασθώμεν εις τα όμματα όλων των Ελλήνων και Ευρωπαίων, αλλά και θα γίνωμε τρεις φορές σκλάβοι από την πριν κατάστασίν μας. Αυτό όμως δεν πρέπει να γίνει. Έχομεν την δύναμιν να εμποδίσωμεν το κακόν, αλλά πρώτα πρέπει να βάλωμεν νέαν τάξιν και να ιδρύσωμεν νέον σύστημα εις τον τόπον μας. Η νήσος Άνδρος είναι και αυτή δημιούργημα της φύσεως, καθώς και όλος ο κόσμος. Αλλά όταν εδημιουργήθη ο κόσμος, δεν υπήρχαν πλούσιοι και πτωχοί, μεγαλοκτήμονες και κολλίγοι. Η ανισότης, η ανέχεια, η δυστυχία, είναι δημιουργήματα όχι του Υπερτάτου Όντος, αλλά των κρατούντων. Εις την αρχαίαν Ελλάδα και εις τον άλλον κόσμον και προ ολίγων χρόνων εις την Γαλλίαν, εχύθη πολύ αίμα δια να καταργηθούν τα προνόμια των αρχόντων και η ιεραρχική διατήρησις της κοινωνίας. Διατί και ημείς κατά την παρούσαν στιγμήν να μην αποτινάξωμεν όχι μόνον τον ζυγόν των Τούρκων, αλλά και των αρχόντων;

Ομιλούν διαρκώς οι τουρκοκοτζαμπάσηδες ότι έχουν δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας των και των εαυτών μας, τα οποία τάχα βγαίνουν από έγγραφα απαρασάλευτα. Αυτό δεν είναι σωστόν. Οι προπάτορες των αρχόντων μας ήλθον εις το νησί μας από άλλα μέρη ως κατακτηταί και με τη βίαν εξουσίασαν το καλύτερον μέρος της γης, χωρίς να έχουν προς τούτο κανένα δικαίωμα περισσότερον από τους άλλους, εκτός από το δικαίωμα του ισχυροτέρου. Και άλλους μεν από τους εντοπίους ιδιοκτήτας και καλλιεργητάς εξόντωσαν και άλλους έκαμαν σκλάβους των. Οι σημερινοί λοιπόν άρχοντες, απόγονοι των κατακτητών και σφετεριστών της γης των πατέρων μας, κανέν δικαίωμα δεν έχουν να κρατούν αυτήν δια την ιδικήν των ωφέλειαν και κατατυράννευσιν και λήστευσιν ημών. Ο καιρός της ελευθερίας μας ήλθεν, ας αποτινάξωμεν λοιπόν τον ζυγόν και ας καταργήσωμεν τα προνόμια των αρχόντων μας. Όλοι οι Γραικοί θα επικροτήσουν την πράξιν μας και θα μας συντρέξουν εις την απόφασίν μας αυτήν. Ήλθεν η ώρα να καταργήσωμεν την αθλιότητα, να απαλλάξωμεν την κατάντια μας και να δώσωμεν το παράδειγμα και εις τους λοιπούς νησιώτας και τους άλλους Γραικούς οπού στενάζουν από την αγροτικήν σκλαβιάν. Η γη ανήκει εις ημάς τους δουλευτάς της και όχι εις τους ολίγους τουρκάρχοντας που την νέμονται με το δικαίωμα του ισχυροτέρου το οποίον απέκτησαν από τους Φράγκους και τους Οθωμανούς κατακτητάς.

Ο εθνικός αγών μας δια να πάρει ουσιαστικήν σημασίαν πρέπει να ολοκληρωθεί με την κατάργησιν κάθε προνομίου και κάθε δικαιώματος τα οποία υποβιβάζουν την πλειονότητα των γεωργών εις την κατάστασιν του δούλου. Η ένωσις φέρει την δύναμιν και θα μας δώσει την εξουσίαν να εκτελέσωμεν την απόφασίν μας. Η κοινοκτημοσύνη δεν είναι ζορμπαλίκι, αλλά έργον δικαιοσύνης. Πρέπει να παύσωμεν να είμεθα κολλιγάδες, όπως επαύσαμεν να είμεθα ραγιάδες. Θα δουλεύωμεν εις το εξής τα φέουδα όλοι μαζί και θα απολαμβάνει τον καρπόν των η κομμούνα μας και θα γίνεται δικαία μοιρασιά της σοδειάς εις όλους τους δουλευτάδες, ανάλογα με τον κόπον και την δούλευσίν τους. Δι’ όλα αυτά θα γίνει σύναξις εις την Μεσαριάν, δια να λάβωμεν από κοινού αποφάσεις. Το φέρσιμό μας αυτό θα μας κάνει πρωτολάτας εις τον δίκαιον αγώνα όλων των κολλίγων και θα γίνει άκουσμα εις όλα τα μέρη της πατρίδος και εις όλον τον κόσμον και παντού θα μας επαινέσουν και θα μας δώσουν δίκαιο».

 Από βιογραφία του επαναστάτη της Άνδρου Δημήτρη Μπαλή.

Βασίλης Ραφαηλίδης: Για τον Αναρχισμό


Η αναρχία είναι μια κατάσταση φυσική. Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος δεν μπορεί παρά να νιώθει άσχημα όταν κάποιος ή κάποιοι προσπαθούν να περιορίσουν την φυσική για κάθε άνθρωπο τάση να φέρεται φυσικά. Η εξουσία είναι κάτι το παρά φύση. Στην φύση δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία. Ηγέτης είναι αυτός που ηγείται, που προηγείται και δείχνει τον δρόμο στους άλλους για να μη χαθούν. Το κριάρι δεν ασκεί εξουσία στο κοπάδι, απλώς ηγείται του κοπαδιού.

Μια μικρή ή μεγάλη ομάδα ανθρώπων εύκολα δέχεται ως φυσικό ηγέτη αυτόν που αναδεικνύεται φυσικά, μέσα από φυσικές, μη καταναγκαστικές, αυτόματες διαδικασίας. Οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν δεν το δείχνουν, πάντα δυσφορούν όταν ο ηγέτης έρχεται έτοιμος απ' έξω ή πέφτει με αλεξίπτωτο από πάνω.

Αναρχία, λοιπόν, είναι η άρνηση κάθε μορφής εξουσίας που δεν είναι φυσική και κοινά αποδεκτή από όλους και όχι μόνον από την πλειοψηφία. Η αναρχία πάει σταθερά κόντρα σε κάθε είδους αρχή, σε κάθε μορφή εξουσίας, θρησκευτική, πολιτική, κομματική.

Η αναρχία και η ελευθερία είναι σχεδόν συνώνυμα. Οι προσπάθειες των φιλοσόφων να τοποθετήσουν τα όρια της ατομικής ελευθερίας ενός ανθρώπου δίπλα στα όρια της ατομικής ελευθερίας του κάθε ανθρώπου δεν είναι παρά μια θεωρητική επιβεβαίωση του κύριου αιτήματος του αναρχισμού για σεβασμό της ατομικότητας και της προσωπικότητας του καθένα.

Αρκεί, βέβαια, τούτη η προσωπικότητα να μην είναι χονδροειδώς ετεροκαθορισμένη και με τον ψυχολογικό μηχανισμό της "ψευδούς συνειδήσεως" να γίνεται αντιληπτή από το άτομο σαν αβίαστα αυτοκαθορισμένη. Δεν είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει πως είναι άνθρωπος με προσωπικότητα, όταν είναι καταφάνερο πως το συνειδησιακό περιεχόμενο της προσωπικότητάς του δεν δημιουργήθηκε κάτω από μια πολύ μεγάλη δέσμη ανεμπόδιστων επιδράσεων αλλά μπήκε στην συνείδηση με "μετάγγιση" από μια κοινή δεξαμενή, ας πούμε από τον Θεό, από την κομματική ιδεολογία, από την συλλογική "εθνική ψυχή", από τον Αρχηγό.

Το αναρχικό κίνημα, με τις πολλές και ποικίλες παραλλαγές του, αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση στην κοινωνία καθεστώτος πραγματικής ισότητας, πραγματικής αδελφοσύνης, πραγματικής δικαιοσύνης, έξω και πέρα από κάθε καταναγκασμό που βάζει όρια και στην ισότητα, και στην αδελφοσύνη, και στην δικαιοσύνη. Ο αναρχισμός, η απόρριψη της Αρχής, της εξουσίας σε όλες της τις μορφές, είναι ένα ιδανικό για την αβίαστα και ελεύθερα αυτορυθμιζόμενη προσωπικότητα.

Μια συγκεκριμένη "κοινωνία ζώων" δεν αλληλοσπαράσσεται. Τα μέλη της ανακαλύπτουν την αξία της φυσικής κοινωνικότητας μόνα τους, με βάση το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το φυσικό δίκαιο δεν είναι το δίκαιο της ζούγκλας. Γίνεται, όμως, δίκαιο της ζούγκλας όσον αφορά τις "εξωτερικές σχέσεις". Μια ομάδα ζώων του ίδιου είδους μπορεί να βρίσκεται σε σταθερά εχθρικές σχέσεις με μια άλλη ομάδα ζώων διαφορετικού είδους.

Αν αντιμετωπίζουμε τις ανθρώπινες φυλές σαν διαφορετικά ζωικά είδη που αλληλοσπαράσσονται μέχρι εξοντώσεως, τότε δεν είμαστε μόνο ρατσιστές, είμαστε ζώα, αφού ξέρουμε πως όλοι οι άνθρωποι, ασχέτως φυλής, ανήκουν στο ίδιο βιολογικό είδος.

Κανένας άνθρωπος δεν διαφέρει από τον άλλο όσον αφορά τις βιολογικές λειτουργίες. Κάθε διαφορά στην εξωτερική εμφάνιση έχει σχέση μάλλον με το περιβάλλον παρά με την βιολογία. Όταν ζεις στην διακεκαυμένη ζώνη είναι σαν να κάνεις μια διαρκή, καταναγκαστική ηλιοθεραπεία. Το δέρμα σου μαυρίζει και το επίκτητο χαρακτηριστικό γίνεται κληρονομικό με την εγγραφή του στο DNA. Κάθε λευκός θα μαυρίσει ύστερα από χίλιες γενιές απογόνων αν εγκατασταθεί σήμερα στην Νιγηρία, για παράδειγμα. Κάθε διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα σε φυλές είναι διαφορά ανάμεσα σε συμφέροντα και όχι σε αίματα.

Ο εθνικισμός είναι πολιτιστικό δεδομένο. Στηρίζεται στην διαφορετικότητα των πολιτισμών, ή μάλλον στην ιεράρχηση των πολιτισμών, αν δεχτούμε πως θα ήταν δυνατό να υπάρξει μια τέτοια ιεράρχηση, πράγμα που ο μεγάλος εθνολόγος και δημιουργός του δομισμού (στρουχτουραλισμού) Λεβί-Στρός το απορρίπτει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο.

Δεν υπάρχει ανώτερος και κατώτερος πολιτισμός, λέει ο Λεβί-Στρος. Κάθε πολιτισμός υπάρχει «καθ' εαυτόν και διά τον εαυτό του», όπως θα έλεγαν οι υπαρξιστές. Μόνο η τερατώδης αλαζονεία του αποικιοκράτη Ευρωπαίου θα κάνει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό μέτρο σύγκρισης για όλους τους άλλους.

Γιατί οι Ινδιάνοι της Αμερικής να μη βλέπουν σαν κατώτερο του δικού τους τον εξοντωτικό ευρωπαϊκό πολιτισμό που τους καθυπόταξε; Και τι θα μπορούσε να σημαίνει η νοσταλγία του "πολιτισμένου" για τον "χαμένο παράδεισο", αν όχι μια αναγνώριση της αξίας πολιτισμών που δεν μοιάζουν με τον δικό του; Ο αναρχισμός πριν απ' όλα είναι μια αποδοχή της ετερότητας, ένας σεβασμός του διαφορετικού, μια συνεργασία με το «όλως άλλο», όπως θα έλεγε ο Κροπότκιν.

Ο αναρχισμός, δίνοντας έμφαση στην αυτοκαθοριζόμενη προσωπικότητα, είναι φυσικό να απεχθάνεται κάθε αγελαία συμπεριφορά ακόμα και την εθνικιστική, πολύ περισσότερο την ρατσιστική. Ωστόσο, κάθε τόσο εμφανίζονται αγέλες "αναρχικών".

Βέβαια, δεν πρόκειται για κλασικού τύπου αναρχικούς, αλλά για "αναρχοαυτόνομους", που είναι το ακριβώς αντίθετο των αναρχικών. Οι αναρχικοί είναι εξόχως κοινωνικοποιημένα άτομα. Κύριος στόχος τους είναι η δημιουργία μιας όσο το δυνατόν πιο φυσικής κοινωνίας, χωρίς καταναγκασμούς και καταπίεση. Οι αναρχοαυτόνομοι, αντίθετα, είναι τέρατα εγωισμού, επιδεικτικά εχθρικοί όχι μόνο προς τον αντιφρονούντα αλλά και προς τον ομοϊδεάτη τους. Είναι αυτοί ακριβώς που γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το αναρχικό κίνημα με την ίδια περίπου έννοια που οι γραφειοκράτες κομμουνιστές γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το κομμουνιστικό κίνημα.

Πηγή: Βασίλης Ραφαηλίδης, "Η μεγάλη περιπέτεια του Μαρξισμού"

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Απλά



Όταν σε βάζουν να σπουδάσεις για να πας στον στρατό για να βγεις στην «αγορά εργασίας» για να μην βρίσκεις πουθενά εργασία για να φιλήσεις μετά κατουρημένες ποδιές για να βρεις μια άσχετη με τα ενδιαφέροντά σου μισθωτή σκλαβιά για να παίρνεις 300500 ευρώ για να πλουτίζουν οι πολιτικοί, οι πολυεθνικές, οι εργολάβοι και η Εκκλησία, όταν πρέπει να δουλέψεις 30 – 40 χρόνια δίχως να τρως τίποτε απολύτως για να μαζέψεις τα λεφτά για να πάρεις ένα σπίτι να μείνεις (μόνο που τότε οι τιμή θα είναι δεκαπλάσια της σημερινής), όταν καθημερινά και παντού το κράτος, ο εργοδότης, ο δημοσιογράφος και ο ρασοφόρος σε απαξιώνουν και σε ξεφτιλίζουν, τότε, κάποτε - κάποτε, η αγανάκτηση βγάζει φωτιές. Και αυτοί, οι ένοχοι για όλα τα παραπάνω, ακόμα παριστάνουν ότι δεν έχουν καταλάβει τίποτε (και είναι ασύλληπτες οι αρλούμπες των Μ.Μ.Ε. υπηρετών τους).

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

FACP: Οι αναρχικοί για την ανάγκη οργάνωσης

Μια σοβαρή αδυναμία από την οποία ταλαιπωρείται ο αναρχισμός είναι η κατάσταση στην οποία βυθίστηκε από εκείνους που έχουν πολύ μικρή σχέση με τον αναρχισμό και πολύ μεγαλύτερη με τον μικροαστισμό ή τα φιλελεύθερα αισθήματα: νιχιλιστές, υπαρξιστές, αναρχοκαπιταλιστές, πρωτογονιστές και άλλους.

«Ο αναρχισμός δεν σημαίνει καν μυστικισμό ούτε ασαφείς λέξεις για την ομορφιά ή την απελπισία. Το μεγαλείο του οφείλεται κυρίως στην αφοσίωσή του στις αιτίες της καταπίεσης σε βάρος της ανθρωπότητας. Φέρνει μέσα του τη φιλοδοξία των μαζών για την αλήθεια, τον ηρωισμό και τη μεγάλη τους θέληση, αντιπροσωπεύει αυτή τη στιγμή τη μόνη κοινωνική ιδεολογία πάνω στην οποία οι μάζες μπορούν να στηριχθούν και να εμπιστευθούν για ν’ αναλάβουν τον αγώνα τους. Δεν είναι αρκετό για τον αναρχισμό να είναι μια μεγάλη ιδέα και οι αναρχικοί οι πλατωνικοί του αντιπρόσωποι. Οι αναρχικοί πρέπει να συμμετέχουν μόνιμα στο μαζικό επαναστατικό κίνημα και να συνεργάζονται μ’ αυτό. Μόνο τότε αυτό το κίνημα θα αναπνεύσει αληθινά την αυθεντική ατμόσφαιρα του αναρχικού ιδανικού. Τίποτα δεν αποκτιέται δωρεάν. Όλες οι υποθέσεις απαιτούν προσπάθειες και θυσίες. Ο αναρχισμός πρέπει να βρει μια ενότητα στόχων και δράσης και να επιτύχει μια ακριβή πραγματοποίηση του ιστορικού του ρόλου. Ο αναρχισμός πρέπει να διαπεράσει τις καρδιές των μαζών και να διαχυθεί σ’ αυτές».

Εάν είμαστε διασκορπισμένοι, η επιρροή μας θα μειωθεί κατά τη διάρκεια των αγώνων, και ειδικά εάν είμαστε ολιγάριθμοι. Σε μια τέτοια κατάσταση η ικανότητά μας μειώνεται αρκετά, στερούμαστε προγραμμάτων, βλέπουμε τι γίνεται γύρω μας, αλλά πάσχουμε από έλλειψη ικανότητας να ενεργήσουμε και πέφτουμε σε κατάθλιψη. Μερικές φορές, οι σύντροφοι συνδέονται με προγράμματα άλλων τάσεων με τις οποίες έχουν ασύμβατες διαφωνίες. Επομένως, η πρότασή μας είναι ότι πρέπει να οργανωθούμε. Θέλουμε να δούμε το Αναρχικό Κίνημα στους δρόμους, τα εργοστάσια, τις κοινότητες, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Θέλουμε να είμαστε μια επαναστατική δύναμη, αγωνιζόμενοι ενάντια στον καπιταλισμό και τον απολυταρχισμό διαμέσου των μεθόδων της μαζικής άμεσης δράσης, της οριζοντιότητας, της αλληλεγγύης, της αυτοδιεύθυνσης, της ελευθερίας, της ισότητας και της ομοσπονδιοποίησης.

Πεποίθησή μας είναι ότι η προπαρασκευαστική εργασία είναι αναπόφευκτη εάν οι κοινωνικοί αγώνες πρόκειται να είναι νικηφόροι. Ο στόχος μας θα πρέπει να είναι η δημιουργία μιας επαναστατικής ταξικής στρατηγικής από την οποία θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό το μέλλον του κινήματος. Είναι, επομένως, απαραίτητο να οργανωθούμε.

Πηγή: το Μανιφέστο της Αναρχικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας Πορτογαλίας (Federacao Anarquista Comunista de Portugal - FACP) που εγκρίθηκε στην ιδρυτική συνέλευσή της στις 7 Οκτωβριου 2007

Επειδή σκέτος ο όρος «παγκόσμια κρίση» δεν σημαίνει απολύτως τίποτα



του Βλάση Ρασσιά

Αντίθετα από όσα θέλει να επιβάλει ο θρησκευτικός μονοθεϊσμός και όλες οι πολιτισμικές και πολιτικές του εκπορεύσεις, η Ιστορία δεν έχει ούτε «λογική», ούτε «κατεύθυνση». Θα μπορούσαμε να την εικονοποιήσουμε ως μία σφαίρα που κυλάει εδώ κι εκεί, σπρωγμένη μόνο από δυνάμεις και τάσεις που ακατάπαυστα συντίθενται, αναπτύσσονται και αποσυντίθενται στο εσωτερικό της και πουθενά αλλού. Κάθε γραμμική σχεδίαση της Ιστορίας είναι συνεπώς είτε αφελής είτε απατεωνίστικη, σε κάθε περίπτωση πάντως άκυρη και παραπλανητική.
Τα κυριάρχα στερεότυπα των καιρών μας κάνουν την «εξελιγμένη» τουλάχιστον ανθρωπότητα να μην παίρνει υπ’ όψη της την παραπάνω αλήθεια και να αναλίσκεται σε γραμμικές («προοδευτικές» ή «προνοιακές») παρερμηνείες της Ιστορίας, με την σκέψη της να κάνει ουσιαστικά βήμα σημειωτόν ή να κυνηγάει την ουρά της. Τα ίδια κυρίαρχα στερεότυπα έχουν αναγάγει το μέσον σε ανώτερο της ουσίας, δηλαδή την οικονομία σε ανώτερη του ίδιου του ανθρώπου, αλλά και της Φύσης της οποίας αυτός αποτελεί ένα μικρό οργανικό τμήμα.

Η γραμμικότητα απαιτεί εστίαση του ενδιαφέροντος αποκλειστικά σε αυτό που είναι «μπροστά», είτε ως εφήμερο παρόν είτε ως άμεσο ή πιο μακρινό μέλλον και ταυτόχρονα περιφρόνηση προς όσα έχουν υποτίθεται «περάσει» και αποτελούν «παρελθόν». Ο Χριστιανισμός νόμισε ότι ξέμπλεκε διαπαντός με όλη την πριν από αυτόν ανθρωπότητα με το να χαρακτηρίσει το οικειοποιήσιμο πολιτισμικό της οικοδόμημα ως «ευαγγελική προπαρασκευή» και το μη οικειοποιήσιμο ως «ειδωλολατρία». Ίδια και απαράλλακτα, ο Μαρξισμός νόμισε ότι ξέμπλεκε διαπαντός με όλη την πριν από αυτόν ανθρωπότητα με το να χαρακτηρίσει την οικειοποιήσιμη πολιτική της κατάκτηση ως «ουτοπικό ή αστικό σοσιαλισμό» και τη μη οικειοποιήσιμη ως οικονομικά συστήματα που αποτελούν ή σύντομα θ’ αποτελέσουν «παρελθόν» («δουλοκτητική κοινωνία», φεουδαρχία, καπιταλισμός). Την αποτίμηση αυτή υιοθετεί βεβαίως και ο υποτίθεται αντίπαλος Καπιταλισμός, αφαιρώντας απλώς τον «τέλειο» εαυτό του από την μαρξιστική τριάδα των υποτίθεται «ξεπερασμένων» οικονομικών συστημάτων.

Καταδικασμένοι ωστόσο να διαψεύδονται, οι οπαδοί της γραμμικότητας βλέπουν την Ιστορία να κάμπτει την υποτιθέμενη γραμμή σε καμπύλη και να «πισωγυρίζει» την ώρα που αυτοί μαρμαρωμένοι κοιτάζουν ευθεία σε ένα φανταστικό στάδιο που έως τώρα θεωρούσαν όχι απλώς «επόμενο» αλλά και «σίγουρο». Η Ιστορία στρέφει τα νώτα της προς τις φαντασιώσεις όχι μόνο της «συντέλειας», αλλά και της «αταξικής» ή της «high tech καπιταλιστικής» κοινωνίας. 

Στις ημέρες μας συντελείται η μετάβαση από τον Καπιταλισμό στο διάδοχο σύστημα, την δεύτερη Φεουδαρχία, της οποίας οι διαφορές με την πρώτη είναι ότι η βάση του πλούτου δεν είναι η ακίνητη ιδιοκτησία και ότι ο φεουδάρχης δεν είναι ορατός. Στην παλαιά, πρώτη Φεουδαρχία, οι συνθήκες της απόλυτης ανασφάλειας που είχε γεννήσει η κατάρρευση του ρωμαϊκού κράτους (έναν μόλις αιώνα μετά την πλέον εύνομη φάση του, εκείνη της εποχής των Αντωνίνων) και εν συνεχεία ο πολιτισμικός πρωτογονισμός που έφερε ο Χριστιανισμός, οδήγησαν για περισσότερο από μία χιλιετία τους «αδύναμους και φτωχούς» να αναζητούν την προστασία των κατεχόντων γαίες «αρχόντων» και της Εκκλησίας, που μοίραζαν φέουδα σε εκλεκτούς τους, που εν συνεχεία «διαχειρίζονταν» ασύδοτα χωρικούς, δουλοπάροικους και κανονικούς σκλάβους. 

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Κάτω η εξουσία



38 χρόνια δεν ήταν αρκετά για να σβήσουν τα απελευθερωτικά μηνύματα της εξέγερσης. 38 χρόνια από τότε, ακόμα προσπαθούν αλλά δεν κατάφεραν να σβήσουν τη δίψα και το πάθος για ελευθερία. Η κυριαρχία αφού πρώτα εκμεταλλεύτηκε ότι μπορούσε και ότι της ήταν χρήσιμο από τα γεγονότα της εξέγερσης, αναδιοργάνωσε την εξουσία φορώντας πλέον ένα "δημοκρατικό" προσωπείο. Στη συνέχεια χρησιμοποίησε κάθε μηχανισμό καθυπόταξης, για να απονοηματοδοτήσει και να αλλοιώσει τα απελευθερωτικά εκείνα χαρακτηριστικά και μηνύματα της εξέγερσης της 17ης Νοέμβρη του 1973. Σ΄ αυτή την προσπάθεια βρήκε πολύτιμους αρωγούς στο πρόσωπο πολλών από τους τότε "πρωταγωνιστές" της εξέγερσης που ενταγμένοι πλέον ολοκληρωτικά στο σύστημα έκαναν τα πάντα για να γίνουν πιστοί υπηρέτες της.

38 χρόνια μετά, όλοι οι σαλτιμπάγκοι της εξουσίας πέταξαν στα σκουπίδια τις μάσκες που φορούσαν και
αγκαλιασμένοι με τους εκπροσώπους του εγχώριου φασισμού ετοιμάζονται να παρελάσουν πάνω στο πτώμα της κοινωνίας. Υποτιθέμενοι σοσιαλιστές, μαζί με δεξιούς και φασίστες αγωνίζονται να μας κάνουν να ξεχάσουμε ότι ανάμεσα σ΄ αυτούς και σε μας υπάρχει η άβυσσος του πλούτου τους και της φτώχειας μας, η άβυσσος των προνομίων τους και η εξαθλίωση της μισθωτής σκλαβιάς. Με τη συνειδητή ή όχι συνεργασία και της αριστεράς, προσπαθούν να μας κάνουν να αναβάλουμε για το μέλλον, τον αγώνα για την συνολική και συλλογική ελευθερία και αξιοπρέπειά μας.

38 χρόνια πριν, το πανό " ΚΑΤΩ Η ΕΞΟΥΣΙΑ" που οι πρώτοι εξεγερμένοι ανάρτησαν στο κατειλημμένο Πολυτεχνείο, έδειχνε ξεκάθαρα ότι οι καταπιεσμένοι δεν θα μπορούσαν να εμπιστευτούν κανένα φερόμενο ως σωτήρα, παρά μόνο τον εαυτό τους. Ότι δεν θα μπορούσαν να εμπιστευτούν παρά μόνο τις δικές τους αδιαμεσολάβητες συλλογικές ενώσεις, τη δική τους αντίσταση και αλληλεγγύη. Τόσα χρόνια μετά, το ίδιο εκείνο σύνθημα παραμένει ο στόχος και των σημερινών αγώνων για την απελευθέρωση από τον πολιτικό και οικονομικό φασισμό που βιώνουμε.


 Πηγή: athens.indymedia

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Η Παρέμβαση

Του Δημήτρη καζάκη

Με τη Συνταχτική Πράξη υπ’ αρίθμ. 6 της 20.1.1945 της κυβέρνησης Πλαστήρα, που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως «Νόμος περί δωσιλόγων», συγκροτήθηκε το Ειδικό Δικαστήριο και το Κατηγορητήριο που δίκασε και καταδίκασε του δωσίλογους πρωθυπουργούς της κατοχής και τα τσιράκια τους. Στην Αιτιολογική Έκθεση αυτής της Συνταχτικής Πράξης αναφέρεται ότι και «μόνη... η ανάληψις της Κυβερνήσεως [προς διευκόλυνση και υπό τις εντολές των δυνάμεων κατοχής] αποτελεί τυπικόν αδίκημα χωρίς ουδεμία ν’ απαιτείται απόδειξις δόλου».

Διαβάστε περισσότερα»



Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

H Λέσχη των Ιακωβίνων



(Jacobins, «Club des Jacobins») Πολιτική και επαναστατική Λέσχη, η κύρια πολιτική δύναμη πίσω από την Γαλλική Επανάσταση, απολύτως κυρίαρχη κατά την περίοδο της παντοδυναμίας της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» υπό τους Ροβεσπιέρο, Σαιν Ζυστ και Κουτόν (1793 – 1794). 

Η «Λέσχη των Ιακωβίνων» ιδρύθηκε το 1788, λίγο πριν την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης, από τους μετέπειτα αντιδραστικούς πολιτικούς Λανζινέ (Jean - Denis Lanjuinais) και Λε Σαπελιέ (Isaac Rene Guy Le Chapelier) της «Λέσχης των Βρετόνων» («Le Club Breton»), αρχικά με με την ονομασία «Εταιρεία των Φίλων του Συντάγματος» («Societe des Amis de la Constitution seants aux Jacobins a Paris»), με σκοπό να διαδώσει στον λαό τις ριζοσπαστικές κοινωνικές και πολιτικές ιδέες της εποχής. 

Η Εταιρεία μετονομάστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1792 σε «Ιακωβινική Εταιρεία, Φίλοι της Ελευθερίας και της Ισότητας» («Societe des Jacobins, Αmis de la Liberte et de l'Egalite») ή επί το συντομότερο «Λέσχη των Ιακωβίνων» (ονομασία που αρχικά χρησιμοποιούσαν περιγελαστικά οι πολιτικοί της εχθροί), από την έδρα όπου αυτή συνεδρίαζε, ένα μοναστήρι δομινικανών μοναχών επί της Rue St Honore του Παρισιού (οι συγκεκριμένοι μοναχοί ονομάζονταν ενίοτε και «ιακωβίνοι» επειδή ο Φίλιππος Αύγουστος τους είχε παλαιότερα αναθέσει την φιλοξενία των προσκυνητών του «Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλα»). 

Ήδη από τις 8 Φεβρουαρίου 1790 η αρχική Λέσχη διέθετε ένα σαφές και αυστηρό καταστατικό (το οποίο είχε συντάξει κυρίως ο βουλευτής Barnave), το οποίο όριζε τους αξιωματούχους της οργάνωσης (έναν ανά μήνα εκλεγόμενο πρόεδρο, 4 γραμματείς, έναν ταμία και μέλη διαφόρων επιτροπών), προέβλεπε διαγραφές μελών που με πράξη ή λόγο έρχονταν σε αντίθεση με τις αρχές της Λέσχης και περιελάμβανε ανάμεσα στους σκοπούς την προσυζήτηση διαφόρων ζητημάτων προτού τα μέλη που είχαν την βουλευτική ιδιότητα τα έφερναν προς συζήτηση στην Εθνοσυνέλευση, καθώς επίσης (στο άρθρο 7) και την επικοινωνία και συνεργασία με πολιτικούς ομίλους που μοιράζονταν τους ίδιους σκοπούς.  

Ακόμα όμως και μετά από την σύνταξη του καταστατικού της, ακόμα και έναν ολόκληρο χρόνο από την πτώση της Βαστίλης, η Λέσχη αρκέστηκε να προσανατολίζεται προς μία συνταγματική μοναρχία (χαρακτηριστικό είναι ότι δεν υπέγραψε καν την έκκληση της 17ης Ιουλίου 1791 για εκθρόνιση του βασιλιά). Ωστόσο, με την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση τόσο των ίδιων των γεγονότων όσο και των στελεχών και απλών μελών της, η Λέσχη κατευθύνθηκε αργά αλλά σταθερά από το καλοκαίρι του 1791 (όταν αποχώρησαν τα συντηρητικά μέλη και ίδρυσαν την δική τους βραχύβια οργάνωση υπό το όνομα «Club des Feuillants») προς την επαναστατική Δημοκρατία και έπαιξε τον πρώτο ρόλο στα γεγονότα που ακολούθησαν μέχρι την πτώση και καρατόμηση του Ροβεσπιέρου και των οπαδών του: οι Ιακωβίνοι επάνδρωσαν με πολλά στελέχη τους την Εθνοσυνέλευση, σχεδίασαν και εφάρμοσαν πολλές κοινωνικές αλλαγές, πρωτοστάτησαν στην καταδίκη και εκτέλεση του Λουδοβίκου 16ου και ανέλαβαν αποκλειστικά αυτοί το τιμόνι της Επανάστασης μέχρι τον Ιούλιο του 1794 οπότε και κτυπήθηκαν από τους συντηρητικούς «Θερμιδωριανούς».   

Η Λέσχη απέκτησε πολύ γρήγορα απέκτησε εκατοντάδες παραρτήματά της σε όλη την Γαλλία (στις 10 Αυγούστου 1790 είχαν ήδη καταμετρηθεί 152 παραρτήματα!) φθάνοντας να αριθμεί στις αρχές του 1793 περί τα 400.000 μέλη.   

ΠΗΓΗ: Βλάσης Γ. Ρασσιάς